Οι πρόσφατες δηλώσεις του νέου ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, Ερσίν Τατάρ (ότι τα συμφέροντα της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων περνούν μέσα από τη λύση δύο κρατών στην Κύπρο στη βάση της «κυριαρχικής ισότητας»), σε συνάρτηση με την επίσημη τουλάχιστον (παρόλες τις κατά καιρούς παλινδρομήσεις και αντιφάσεις) θέση του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη για συνέχιση της επιδίωξης λύσης ΔΔΟ με πολιτική ισότητα οδηγούν τον κάθε καλόπιστο και αντικειμενικό παρατηρητή στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η τεράστια απόκλιση θέσεων μεταξύ των δύο πλευρών καθιστά δυστυχώς τις πιθανότητες εξεύρεσης λύσης στο άμεσο διάστημα μηδενικές. Η αδυναμία όμως κατάληξης σε μια συμφωνία συνολικής επίλυσης του Κυπριακού οφείλεται, κατά την άποψή μου, βασικά στη διαχρονική έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των πλευρών όπως αυτή έχει καταγραφεί και σε όλες τις εκθέσεις του ΓΓ του ΟΗΕ για τις καλές του υπηρεσίες στην Κύπρο. Ως εκ τούτου, και προ του φάσματος ενός νέου αδιεξόδου στις προσπάθειες λύσης, είναι προφανές ότι χρειάζεται η εφαρμογή μιας νέας μεθοδολογικής προσέγγισης επίλυσης του προβλήματος που να στοχεύει στη δημιουργία του απαραίτητου κλίματος εμπιστοσύνης πριν τη διαπραγμάτευση μιας τελικής συμφωνίας λύσης. Αυτή η προσέγγιση θα πρέπει (όπως έχω επιχειρηματολογήσει με άρθρα και δημοσιεύσεις μου τα τελευταία 15 χρόνια) εκ των πραγμάτων να βασίζεται σε μια εξελικτική επίλυση του Κυπριακού στη βάση Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης υψηλής και χαμηλής πολιτικής.
Είναι προφανές ότι -ένεκα φόβου και φοβιών- υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών για δημιουργία ενός κοινού κράτους. Αυτοί οι φόβοι και φοβίες (ανα) παράγονται καθημερινά λόγω και κυρίως:
α) της μεγάλης ανασφάλειας που προκαλεί η παρουσία του τουρκικού στρατού στην Κύπρο αλλά και της επιρροής της Τουρκίας στην Τ/κ Κοινότητα,
β) του συγκρουσιακού διακοινοτικού ιστορικού παρελθόντος μας το οποίο ακόμη μας στοιχειώνει,
γ) των ισχυρών πολιτικών και οικονομικών ελίτ στις δύο πλευρές οι οποίες δεν επιθυμούν για διάφορους λόγους μια λύση και καταφέρνουν να κερδίζουν τη «μάχη της επικοινωνίας»,
δ) στην έλλειψης κουλτούρας ομοσπονδίας, και
ε) στην ανυπαρξία πεφωτισμένων και χαρισματικών Κυπρίων ηγετών οι οποίοι να δείξουν ένα δρόμο κοινής πορείας τον οποίον Ε/κ και Τ/κ να επιθυμούν να ακολουθήσουν.
Ως εκ τούτου, για να δημιουργήσουμε ένα αμοιβαίο αίσθημα εμπιστοσύνης το οποίο να μπορέσει δυνητικά να οδηγήσει σε λύση, θα πρέπει να εκριζώσουμε προηγουμένως τα πιο πάνω αίτια που έχουν λιπάνει τον φόβο και τις φοβίες μεταξύ των δύο πλευρών. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει έστω και την υστάτη να εμπλακούμε σε ένα διάλογο για μια σταδιακή λύση του Κυπριακού στη βάση Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) υψηλής και χαμηλής πολιτικής. Τέτοια ΜΟΕ θα μπορούσαν ενδεικτικά να ήταν:
1) H επιστροφή των Βαρωσίων στους νόμιμους κατοίκους τους έναντι του νόμιμου ανοίγματος του λιμανιού της Αμμοχώστου και του αεροδρομίου της Τύμπου (με έγκριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και ιδανικά κάτω από την αιγίδα των ΗΕ)
2) η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας από μέρους της Τουρκίας (δηλ. άνοιγμα των τουρκικών λιμανιών και αεροδρομίων σε πλοία και αεροπλάνα της Κυπριακής Δημοκρατίας) έναντι του ξεπαγώματος από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας των διαπραγματευτικών κεφαλαίων της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ
3) δημιουργία -με έγκριση της Κυπριακής Δημοκρατίας- μιας κοινής δικοινοτικής επιτροπής υδρογονανθράκων έναντι αποφυγής από μέρους της Τουρκίας προκλήσεων στην Κυπριακή ΑΟΖ
4) σταδιακή απόσυρση μέρους των τουρκικών στρατευμάτων έναντι προσωρινού παγώματος του εξοπλιστικού προγράμματος της ΕΦ και
5) περαιτέρω σύσφιγξη των πολιτισμικών, εκπαιδευτικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών.
Τα εν λόγω ΜΟΕ, επιτρέποντας στα δύο μέρη να διατηρήσουν τις διαπραγματευτικές «θέσεις αρχών» τους, θα αποσκοπούν αφενός μεν εξελικτικά, στα πλαίσια ενός οδικού χάρτη ίσως 2-3 χρόνων, να αναιρέσουν τα προαναφερθέντα αίτια των φόβων και φοβιών, αφετέρου δε να βοηθήσουν Ε/κ και Τ/κ να ξεκινήσουν ένα δημιουργικό ταξίδι συνεργασίας για αναζήτηση στο τέλος του εν λόγω οδικού χάρτη μιας κοινά αποδεκτής και περιεκτικής λύσης επανένωσης στη βάση του «όλα τα μέρη κερδίζουν».
Συμπερασματικά, θεωρώ ότι μόνο όταν Ε/κ και Τ/κ δημιουργήσουμε επαρκές απόθεμα εμπιστοσύνης θα μπορέσουμε δυνητικά να επανενώσουμε τη χώρα μας με ένα κοινά αποδεκτό μοντέλο λύσης ΔΔΟ. Αυτό όμως εκ των πραγμάτων μόνο σταδιακά ή εξελικτικά μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ΜΟΕ. Ως εκ τούτου μεταξύ μιας διαιώνισης της παρούσας κατάστασης πραγμάτων λόγω μη λύσης και της εφαρμογής μιας σταδιακής ή εξελικτικής προσέγγισης επίλυσης όπως την έχω προ-αναλύσει, η πλάστιγγα για τους Ε/κ και την Ελλάδα (αλλά και τους Τ/κ και την Τουρκία) πρέπει να γύρει προς τη δεύτερη επιλογή. Αυτό δε πρέπει να είναι το Plan B όλων μας σε περίπτωση που και η επόμενη άμεση προσπάθεια του ΟΗΕ για συνολική λύση δεν καρποφορήσει.
*Διευθύνων σύμβουλος, BLC LTD (Β.Α. Ιστορία, Β.Α. Οικονομικά, Μ.Α. Πολιτικές Επιστήμες, Πανεπιστήμιο RUTGERS, Η.Π.Α.)