Μετά θάνατον φαίνεται να προτιμούσε ο Γιάννης Αργυρού Δρουσιώτης να εκδοθούν και κυκλοφορήσουν σε βιβλίο τα χειρόγραφα που έδωσε στη Ρήνα Κατσελλή, που επιμελήθηκε την έκδοση, Φύλλα Φθινοπωρινά, με χορηγία του Γιαννάκη Μάτση με συνεκδότες τις εκδόσεις Αρμίδα και Χρυσοπολίτισσα.
Η σεμνότητα κι η ταπεινοφροσύνη του συγγραφέα, χαρακτηριστική των ανθρώπων που χαράχτηκαν στη ζωή με μοναδικές εμπειρίες, του θανάτου και της ζωής, αφού ο ίδιος καταδικάστηκε τον καιρό του Εμφυλίου στην Ελλάδα τετράκις εις θάνατον. Μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του ο Κυριάκος Μάτσης. Αμφότεροι, ήρωες αγώνων του έθνους, κατά των Γερμανών ο Δρουσιώτης και των Άγγλων ο Μάτσης, με τον πόνο της τουρκικής κατοχής να φεύγει ο Γιάννης Δρουσιώτης από τον κόσμο, αφού όμως πρώτα δέχτηκε και αφομοίωσε ιστορικές στιγμές, αγωνιστικές, αγωνιώδεις, αλλά και ειρηνικές, ομορφιάς και γαλήνης, ελευθερίας και ποιητικής ευφορίας.
Τέσσερα μέρη διακρίνουμε στο βιβλίο: το πρώτο αφιερωμένο στον Κυριάκο Μάτση, το δεύτερο στη ζωή στο αντάρτικο και στις φυλακές στην Ελλάδα τον καιρό του Εμφυλίου, όπως τον έζησε ο Γιάννης Δρουσιώτης, το τρίτο στιγμιότυπα της ζωής, ιδιαίτερα στην αγαπημένη του συγγραφέα Λεμεσό, και το τέταρτο αυτούσιο το Πληροφοριακό Δελτίο του Δήμου Λεμεσού του Ιουλίου 1945, αφιερωμένο στον αδελφό του Γιάννη, Ανδρέα Α. Δρουσιώτη. «Έκτακτη έκδοση ειδικά προς τιμήν του αειμνήστου ήρωα στον βωμό της λευτεριάς Ανδρέα Δρουσιώτη που ένδοξα έπεσε στο Τόχοβο της Αικατερίνης στις 19 του Οκτώβρη του 1944».
Όσα αναγράφονται στα εσώφυλλα είναι ικανά να δώσουν μια πρώτη εικόνα του βιβλίου. Ένα ποίημα εισαγωγικό στο πνεύμα του όλου συμπυκνώνει το νόημα: «Η ζωή που ανάγεται στη θυσία και στον θάνατο είναι το ύψιστο της ζωής πανηγύρι».
>>Ι. «Του Κυριάκου Μάτση» το πρώτο μέρος, μνήμες των Χριστουγέννων του 1954, όταν ο Κυριάκος Μάτσης με τον Γιάννη Δρουσιώτη σημάδευαν στο Παλαιχώρι πού να φύτευαν κερασιές. Εικόνα του λεβέντη γιου, αλησμόνητη στον γέρο πατέρα, ήταν ο νέος με μέλλον και οράματα, ύστερα άλλαξε, τώρα στο δωμάτιό του όπως το άφησε, οι μνήμες της μάνας Μάτση, «Κανένας να μεν κλάψει, να μεν τους δώκουμεν την ευχαρίστηση», κι οι τελευταίες στιγμές στο Δίκωμο, «Αν θα βγω, θα βγω πυροβολώντας». Ο φλογερός ελληνοκεντρικός οραματιστής Μάτσης που διάβαζε Μαρξ, ο Χάρτιγκ στις φυλακές στην Ομορφίτα και το αιώνια χαραγμένο «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα αλλά περί αρετής», η διάσωση ποιημάτων του από τη Ρήνα Κατσελλή τότε στην Κερύνεια, όταν ο Μάτσης διέμενε στο αγρόκτημα της οικογένειάς της, και στο τέλος ένα λυρικό ξέσπασμα του Δρουσιώτη:
«Οι κάτοικοι του Δικώμου άκουσαν δυο τρομερές εκρήξεις. Η πρώτη χειροβομβίδα τον λιάνισε. Η δεύτερη, τη φαντάζομαι μεγαλόψυχη, όταν είδε τα κομμάτια του παλληκαριού, ελύγισε και άστραψε από θαυμασμό. Τα αέριά της δακρυσμένα, υγραίνονται, υγραίνονται και διαστέλλονται, διαστέλλονται ώς σήμερα και μας πλημμυρίζουν».
Το δεύτερο κείμενο για τον Κυριάκο Μάτση με τίτλο «Κυριάκος Μάτσης. Κυπαρίσσι σκυφτό της Κερύνειας», μνήμες από τη δίκη του Γιάννη Δρουσιώτη με μάρτυρα υπεράσπισης τον Κυριάκο Μάτση, ηγέτη τότε της Δεξιάς στη Θεσσαλονίκη ενώ ο Γιάννης ανήκε στην Αριστερά, γι’ αυτό και σύγκρουση του μάρτυρα με τον πρόεδρο του έκτακτου στρατοδικείου. Ο Γιάννης Δρουσιώτης είναι ένας λυρικός ποιητής. Τα γραφτά του αντηχούν πένθιμες χορδές, ηρωικές, εξομολόγησης, μπροστά στο μεγαλείο των θυσιασθέντων για την ελευθερία μας.
>>Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, ΙΙ. «Του Πολέμου», με πρώτο κείμενο «Η άνοιξη ήρθε με τα τανκς», Απρίλη του 1941 οι Γερμανοί στην Αθήνα. Ο Γιάννης από Βέλγιο, Γαλλία στη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα μπαίνει στην Αντίσταση, το φθινόπωρο για Θεσσαλονίκη, να τελειώσει Γεωπονία. Στον Όλυμπο ανεβαίνει αντάρτης. Σκέψεις και κρίσεις, αυτοκριτική και φιλοσοφημένες ρήσεις, ο μελετητής της γης, ο γεωπόνος και λάτρης της μάνας γης κακίζει τις καταστροφές του περιβάλλοντος. Η ζωή στο αντάρτικο κι η καθημερινή ψυχική ανασυγκρότηση και αυτογνωσία. Μεθιστορικές κρίσεις, ο πόνος από τον Εμφύλιο, γνωριμία με τους Σαρακατσαναίους της περιοχής, οι υπερφυσικές δυνάμεις των ανταρτών, μύθοι και θρύλοι που γεννιούνται από μόνοι τους στο ελεύθερο αντάρτικο περιβάλλον, το ηρωικό και επαναστατικό πνεύμα της ελευθερίας, όλα αυτά με τη γραφίδα του Δρουσιώτη, στοχαστή, γνώστη και διερευνητή της ψυχολογίας των ανθρώπων, ευαίσθητου δέκτη εθνικών και ανθρώπινων παλμών και κραδασμών.
Το επόμενο κείμενο, «Ήταν μια συνηθισμένη ιστορία» φθινόπωρο 1948 στις φυλακές στη Θεσσαλονίκη, στο Επταπύργιο, Εμφύλιος. Η ζωή στα μπουντρούμια και στην αναμονή της εκτέλεσης. Σελίδες δοσμένες με απαράμιλλη συγγραφική δεινότητα, κοφτός λόγος, λακωνικός και ιωνικός – λυρικός, περιγραφή μουντή με τους μελλοθάνατους, οι τελευταίες μέρες και στιγμές, όλη η φιλοσοφία της ζωής και του θανάτου, η ψυχολογική κατάσταση, για πολλούς ανερμήνευτη και αντιφατική, για τον συγγραφέα όμως καυτή εμπειρία. Ελληνικό φως και αγάπη πατρίδας, αξιοπρέπεια και ρίγος για τους ανθρώπους που βιώνουν τις ακραίες στιγμές της ζωής στο σύνορο με τον θάνατο.
Ακολουθεί η Απελευθέρωση με κείμενο «Το καράβι που κουβαλάει τη φωτιά». 17/1/1942 η ηρωική δράση Κυπρίου, του Ιάκωβου Θεοδούλου, που κατόρθωσε να μεταφέρει καράβι γεμάτο βόμβες, αντί στον γερμανικό προορισμό του, σε συμμαχικό λιμάνι και γι’ αυτό παρασημοφορήθηκε από τους Άγγλους, στους οποίους με την τουρκική εισβολή επέστρεψε το παράσημο, ως συμμάχους των εισβολέων.
Σημασία έχει για τον λογοτέχνη και τον αναγνώστη η γραφή, το ύφος, ο πλούτος του λεξιλογίου και των δομών, οι περιγραφές και η αφηγηματική δεινότητα, ο ρυθμός, η απεικόνιση και ζωντάνια, η μετάδοση στον αναγνώστη σπαρταριστής της ζωής. Στα χέρια ενός ζηλευτού αφηγητή, όπως ο Δρουσιώτης, γνώστη και της δράσης αλλά προπάντων της ψυχολογίας των ανθρώπων με τη φιλοσοφική ενατένιση της ζωής και του θανάτου, ο λόγος ευτυχεί και οι αναγνώστες.
>>Το τρίτο μέρος του βιβλίου ΙΙΙ. «Διάφορα» περιλαμβάνει διηγήσεις ή διηγήματα με τίτλους «Ο Καρχαρίας», «Για πού σαλπάρει το κονάκι Ελευθερία-ρεμβασμός», «Τ’ αδελφάκι», «Η τσαχπίνα γατούλα» με τα καμώματά της, «Μια γεροντική κηδεία», «Στη Λεμεσό δυο γλάροι». Εμφανής η αγάπη στη Λεμεσό και στη θάλασσά της. Η ικανότητα της συμβολικής παρουσίασης της εχθρικής μας χώρας ως καρχαρία που θέλει να καταβροχθίσει και άλλα πλοιάρια-νησιά, η κακία και η αδηφαγία, η ονειρική θεώρηση κτισμάτων της αγαπημένης του πόλης, μνήμες ζωής και μουσικής, ομορφιάς και καλοσύνης, η ταύτιση με ήρωες των διηγημάτων του, χαρές με στιγμιότυπα της ζωής και εμβάθυνση στο μυστήριό της, η ζωή και ο θάνατος, γνωστά πια τοπία της ψυχοσύνθεσης και βιωμάτων του, με την ειρωνεία και πίκρα, την αγάπη και την ομορφιά τους, όλα δοσμένα σε ποιητικό μάλλον λόγο, υποχρεώνουν τον αναγνώστη σε αναγνώριση του ταλέντου του συγγραφέα και της αξίας των γραπτών του.
>>Το τέταρτο και τελευταίο μέρος, «Παράρτημα», με φωτογραφίες, Πρόλογο της Ρήνας Κατσελλή για τη γνωριμία της με τον συγγραφέα, βιογραφικά σημειώματα, και αυτούσιο το «Αφιέρωμα του Δήμου Λεμεσού στον Ανδρέα Α. Δρουσιώτη», με ομιλία του Πλουτή Σέρβα και του ιατρού Μαρσέλου, λοχαγού του ΕΛΑΣ, με στοιχεία για τη ζωή και τη δράση του Ανδρέα και η βιογραφία του από τον πατέρα Αργυρό Δρουσιώτη κλείνουν το βιβλίο. Ένα σύμπλεγμα πλήρες ιστορίας, εθνικής αυτογνωσίας και λογοτεχνικής έκφρασης.
Η δίκη και η καταδίκη τετράκις εις θάνατον
[….] Τώρα δικάζεται μια μικρή ομάδα. Είκοσι περίπου νέοι δεκαοκτώ ώς εικοσιοκτώ χρόνων και μια κοπέλα. Η δίκη, που κρατά μια βδομάδα, τελειώνει το βράδυ. Την επομένη έρχεται στο Επταπύργιο ο γραμματέας του Στρατοδικείου, ένας ανθυπολοχαγός, να τους ανακοινώσει την απόφαση. Από τους είκοσι οι ένδεκα, μαζί με την κοπέλα, σε θάνατο. Μετά το τυπικό μέρος της ανάγνωσης, πέφτει ο καταπέλτης,
«Εις θάνατον παμψηφεί τετράκις, εις θάνατον παμψηφεί δις, εις θάνατον, εις θάνατον… εις θάνατον!»
Γίνεται κάτι που κανείς δεν περίμενε από άνθρωπο του Στρατοδικείου. Ο ανθυπολοχαγός ξεσπά σε λυγμούς. Με μεγάλη δυσκολία συνεχίζει το διάβασμα. Τα αναφιλητά τον πνίγουν. Στέκεται ψηλά σε μια πέτρινη σκάλα και κάτω μαζεμένοι σ’ ένα διάδρομο οι κατάδικοι. Απέναντί του, έξω, η θέα όνειρο. Ζωγραφιά η Θεσσαλονίκη, χαίρεται το φθινοπωρινό καλοκαιράκι της. Χαμηλά η θάλασσα, ο όρμος. Παντού η γαλήνη, η χαρά της ζωής. Ο υπέροχος Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης. Σχεδόν ταυτόχρονα, ενώ αυτός διαβάζει με δυσκολία, ασθμαίνοντας και κλαίοντας με λυγμούς, τα περισσότερα παιδιά, που θα πεθάνουν έφηβοι περίπου, πνίγονται κι εκείνα στ’ αναφιλητά. Τον δικό του συγκλονισμό τον συνοδεύουν με τα τελευταία δάκρυα της ζωής τους. Ο όμορφος ανθυπολοχαγός, λιγνός νέος, με λεπτό μουστάκι, ομορφαίνει ακόμη περισσότερο. Κράτος και επαναστάτες δεν ξεχωρίζουν στη συντριβή τους. Είναι η Ελλάδα που οδύρεται. Πάνω σε όλους τους αλληλοσπαραγμούς. Τους παλιούς. Τους νέους. [….]
(Φύλλα φθινοπωρινά, Σελ. 60)
Γκρίζα, κίτρινα, κοκκινωπά
Του θανάτου, της θυσίας, της ζωής
φύλλα φθινοπωρινά
εσείς το ξέρετε;
Το ολοπράσινο ξεφάντωμα
στο αθόρυβο μεθύσι σας
είναι το παν
το Άλφα και το Ωμέγα
σ’ εσάς, εμάς, στους πάντες
σ’ αυτόν τον κόσμο της αναπνοής
του άνθρακα και του οξυγόνου
κι ίσως, ίσως
σ’ άπειρους κόσμους άγνωστους
και πριν
και τώρα
και ες αεί
του μυστηρίου κλειδοκράτορες
με περηφάνια ταπεινά
μες τη συρρίκνωση όμορφα
εσίς φύλλα-
φύλλα της καρδιάς;
Είσθε το μέγιστο
το σπουδαίο
το ωραίο
το πιο ωραίο πανηγύρι της ζωής
Γ. Α. Δρ. 27/9/2010
*Συγγραφέας/μελετητής.