Αναμφίβολα, το 2020, ίσως και το 2021-κάτι που απευχόμαστε- θα μείνει  στην σύγχρονη ιστορία της Κύπρου ως μια χρονιά τραγική, κατά την οποία η κατάθλιψη «πολιόρκησε» πολύ στενά πολλούς από τους συμπολίτες μας, ανεξάρτητα από ηλικία, μορφωτικό και κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και κομματικό προσανατολισμό. Ζώντας σε μια κατάσταση σύγχυσης, ανασφάλειας, απογοήτευσης και πλήθους ερωτηματικών, προσπαθούμε να αμυνθούμε σε αυτή την «πολιορκία», χωρίς να είμαι σίγουρη αν τελικά θα καταφέρουμε να αντεπεξέλθουμε, ψυχικά και πνευματικά αλώβητοι. Αυτές οι θλιβερές συνθήκες άπτονται δυστυχώς πολλών τομέων της ζωής μας: υγεία, εθνικό θέμα, πολιτική διαφθορά και διαπλοκή και βέβαια προβληματισμός για την επάρκεια των ιθυνόντων στην αντιμετώπισή τους.

Εδώ και δέκα περίπου μήνες, ζώντας στις συνθήκες της γνωστής σε όλους πανδημίας, κάποιες λέξεις έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, σε τόσο μεγάλο βαθμό μάλιστα, που θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει κανείς και εφιάλτη: Covid-19, πανδημία,  κρούσματα, τεστ, αναπνευστήρας, μέτρα, καραντίνα, εγκλεισμός-lockdown και άλλα συναφή. Τόσο πολύ μάλιστα έχουν κυριαρχήσει στη ζωή μας, που κατάντησε αστείο να ακούς παιδιά δύο και τριών χρονών να τους χρησιμοποιούν εκεί που δεν το περιμένεις ( ας θυμηθούμε «την καραμπίνα» της μικρής Μαρίας).

Το πρώτιστο βέβαια δεν είναι ο βομβαρδισμός μας από τις συγκεκριμένες λέξεις, αλλά η ουσία του πράγματος, δηλαδή οι σοβαρές συνέπειες όλης αυτής της κατάστασης στη ζωή του καθενός μας,  και κατ’ επέκταση στην ψυχική υγεία μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Τι να πρωτοαναφέρω; Την απώλεια τόσων ανθρώπων, χωρίς να μπορούν τουλάχιστον οι δικοί τους να είναι δίπλα τους στις τελευταίες τους στιγμές; Το άγχος, τον φόβο και την ανασφάλεια που προκαλεί στους περισσότερους πολίτες το «δραματικό» ύφος με το οποίο τα περισσότερα ΜΜΕ αναφέρονται στην πανδημία, τα οποία, σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού-χωρίς να παραγνωρίζεται η κρισιμότητα της κατάστασης- πανικοβάλλουν και τους πιο ψύχραιμους πολίτες; Τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας, που οδήγησαν στα όρια της φτώχειας τόσους πολίτες, που επέφεραν την καταστροφή τόσων επιχειρήσεων και τη μείωση των εισοδημάτων τόσων οικογενειών; Τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, που πασκίζουν μέσα σε πρωτόγνωρες συνθήκες, έχοντας να επιλύσουν σωρεία προβλημάτων, για να συνεχιστεί όσο το δυνατό πιο αποτελεσματικά η εκπαιδευτική διαδικασία; Τα παιδιά, που καλούνται να υπερβούν την παιδικότητά τους και την ανάγκη τους για παιχνίδι και κοινωνική συναναστροφή; Kαι τέλος τον «εγκλεισμό» και την αποστέρηση βασικών ελευθεριών, ανεξάρτητα από το ότι είναι κατάσταση προσωρινή, ανεξάρτητα από το ότι την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον; Πώς μπορεί κάποιος, όντας αποδέκτης  όλων αυτών των συνεπειών-και πολλών άλλων που δεν είναι της παρούσης να απαριθμήσω-  να μην είναι ευεπίφορος στον κλονισμό της ψυχικής του υγείας και να  μην αποτελεί εύκολο «θύμα» της κατάθλιψης;

Την δύσκολη ψυχολογική κατάσταση των πολιτών επιδεινώνει ακόμα περισσότερο η πορεία του εθνικού μας θέματος, που έχει οδηγήσει τα συναισθήματα απαισιοδοξίας μας στο κόκκινο. Θα μου πείτε, πότε εδώ και 46 χρόνια υπήρξαμε  ιδιαίτερα αισιόδοξοι για επίλυση του Κυπριακού; Ποτέ ή καλύτερα, για να μην είμαι απόλυτη, σπάνια. Οι τελευταίες εξελίξεις όμως δε μας αφήνουν πολλά περιθώρια για να αντιμετωπίζουμε με αισιοδοξία το μέλλον. Η εκλογή του Ερσίν Τατάρ ως «ηγέτη των Τουρκοκυπρίων» στα κατεχόμενα, ο οποίος ανένδοτα διεκδικεί λύση δύο κρατών , η αλλοπρόσαλλη και φασιστική συμπεριφορά του Ερντογάν, που εκδηλώνεται όλο και περισσότερο με προκλητικές ενέργειες όπως η επαναλαμβανόμενη παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της κυπριακής δημοκρατίας και η θλιβερή εξέλιξη στα Βαρώσια με τον εποικισμό της περίκλειστης πόλης, μας έχουν επηρεάσει τόσο πολύ, ώστε η ψυχολογία μας να έχει φθάσει στο ναδίρ.

Παράλληλα με όλα αυτά, ο κάθε ενεργός και ευσυνείδητος πολίτης έχει να διαχειριστεί και τα έντονα συναισθήματα απογοήτευσης, οργής και αγανάκτησης που αισθάνεται για τα τελευταία σκάνδαλα και  φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής που είδαν τους τελευταίους μήνες το φως της δημοσιότητας, όπως είναι το θέμα «των χρυσών διαβατηρίων» και του σφαγείου CYPRA. Άνθρωποι με υψηλά αξιώματα, που βρίσκονταν στις συγκεκριμένες θέσεις με εντολή από τον λαό και το καθήκον να  διασφαλίζουν την εφαρμογή της δημοκρατίας και να προασπίζονται τα δικαιώματα των πολιτών, αποδείχτηκαν πολύ κατώτεροι των περιστάσεων. Οι προσδοκίες του λαού διαψεύστηκαν και η εμπιστοσύνη του σε πρόσωπα και θεσμούς εξανεμίστηκε. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία λοιπόν ότι ως άνθρωποι και ως πολίτες βιώνουμε καταστάσεις δύσκολες, κάποιες από αυτές πρωτόγνωρες και κάποιες συνεχιζόμενες και επαναλαμβανόμενες. Ήταν αναπόφευκτο  όλες αυτές οι συνθήκες να επηρεάσουν την ψυχολογία και γενικότερα την ψυχική υγεία των πολιτών. Και δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός-ψυχολόγος ή ψυχίατρος- ( όπως δεν είμαι κι εγώ), για να το αντιληφθείς. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να νιώσεις τη διάχυτη ανάμεσα στον απλό λαό θλίψη, δε χρειάζεται να είσαι ειδικός για να αφουγκρασθείς την αγωνία και την ανασφάλεια των ανθρώπων γύρω σου. Ναι, οι πολίτες βρίσκονται αναντίρρητα στον κλοιό της κατάθλιψης. Είναι καιρός πια οι αρμόδιοι να λάβουν πιο σοβαρά υπόψη και αυτή την παράμετρο, πέρα από την στήριξη των επιχειρήσεων και της οικονομίας, που ουδόλως  απαξιώνουμε.

*Φιλόλογος-Εκπαιδευτικός