Τα τελευταία 40 χρόνια (1977-2017), με τη συνεχή βοήθεια και συμμετοχή των Ην. Εθνών (Η.Ε.), διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο λύσης του κυπριακού: Αυτό  της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔ0). Το πλαίσιο αυτό, ενισχύεται από ψηφίσματα εκθέσεις, τοποθετήσεις και αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Διεθνούς Οργανισμού. Επίσης,  με τις πολλές διαπραγματεύσεις που έγιναν για πάνω από τέσσερεις δεκαετίες, υπάρχει πλούσιο διαπραγματευτικό υλικό, τόσο για τις διαδικασίες  που ακολουθήθηκαν μέχρι το Κραν Μοντανά, όσο και για την ουσία του προβλήματος. Μάλιστα, στη διάσκεψη εκείνη βγήκε προς τα έξω ότι είχε απομείνει να διανυθεί  το τελευταίο χιλιόμετρο για να φθάσουμε σε οριστική λύση.

Είναι γεγονός ότι και στο παρελθόν οι προηγούμενοι Προέδροι, είτε ένεκα κομματικών συμμαχιών και εξαρτήσεων, είτε ένεκα ατολμίας, ανασφάλειας και  καριέρας δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν μια σταθερή πορεία μέχρι τέλους για μια λύση. Οχυρώνονταν πίσω από την αδιαλλαξία της Τουρκίας. Ασφαλώς η αδιαλλαξία της άλλης πλευράς είναι δεδομένη. Το θέμα είναι πώς χειριζόμαστε εμείς την όλη κατάσταση. Σίγουρα όχι με μόνιμη ατολμία και απραξία. Εξαίρεση αποτέλεσε η δεύτερη πενταετία Κληρίδη, όπου οδηγήθηκαμε στην ένταξή μας στην Ε.Ε., σε συνδυασμό με την διαμόρφωση του σχεδίου Ανάν· τo οποίο  όμως απορρίψαμε με χοντροκομμένες  και απαράδεκτες προτροπές και παρεμβάσεις του τότε Προέδρου όπως και ολόκληρου  του κυβερνητικού μηχανισμού. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι οι συμπεριφορές εκείνες έπεισαν πολλούς  ευρωπαίους πολιτικούς ότι τους ξεγελάσαμε, ότι είμαστε αναξιόπιστοι.

Η κατάσταση μετά το Κραν  Μοντανά, είναι πολύ ανησυχητική. Η δε συμπεριφορά του Προέδρου (για να χρησιμοποιήσω τον πιο ήπιο χαρακτηρισμό),  προκαλεί σύγχυση.

Σε διάφορες συζητήσεις  με διπλωμάτες, με αρχηγούς κομμάτων, με δημοσιογράφους και με διάφορες άλλες ομάδες πολιτών μιλούσε για λύση δύο κρατών. Μετά το Κραν Μοντανά, ο Υ.Ε. της Τουρκίας, κ.Τσαβούτσογλου, ισχυρίστηκε ότι ο Πρόεδρος του πρότεινε λύση δύο κρατών. Προσωπικά, – και όπως εμένα υπολογίζω και άλλοι – δεν ήθελα να το πιστέψω. Πολύ πρόσφατα έκανε μια σχετική αποκάλυψη και ο Αρχιεπίσκοπος. Ο τρόπος με τον οποίο επιχείρησε να τον διαψεύσει ο κ. Αναστασιάδης, έδειχνε να υποτιμά την νοημοσύνη του Μακαριοτάτου. Δεν έφθανε αυτό. Προχώρησε με τόση ευκολία να επιρρίψει την ευθύνη στον Άιντε. Σε αυτή την περίπτωση υποτιμά και την νοημοσύνη όλων μας. Διερωτώμαι αν είναι δυνατόν ο Πρόεδρος να πιστεύει πραγματικά ότι πείθει, με το να ισχυρίζεται ότι για το θέμα δύο κρατών φταίει ο Άιντε.

Επίσης, πριν δύο χρόνια αναφερόμενος ο Πρόεδρος σε θέματα της ΑΟΖ δήλωσε «Εάν η Τουρκία επιλέγει να προστατεύσει τα δικαιώματα των Τ/Κ σε μια ξεχωριστή, ανεξάρτητη οντότητα, τότε θα πρέπει να περιοριστεί εις όσα αναλογούν στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της εν λόγω παρανόμου οντότητας, και συνεπώς δεν έχουν λόγο να αμφισβητούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας». Η πιο πάνω δήλωση δεν επιδέχεται πολλές ερμηνείες.

Πολύ πρόσφατα, εμφανίστηκαν και απόψεις του αναπληρωτή προέδρου του ΔΗ,ΣΥ, του κ. Γεωργιάδη που πορεύονται προς την ίδια κατεύθυνση. Δεν γνωρίζουμε αν ο Προέδρος έχει επηρεάσει τον τέως Υπουργό του. Διερωτώμαι όμως με ποιες πλάτες ο Α.Π. του ΔΗ.ΣΥ. αλλάζει την πάγια πολιτική του κόμματος.

Τον ερχόμενο μήνα αναμένεται να εκδηλωθεί η πρωτοβουλία του Γ. Γ των Η.Ε. για το Κυπριακό. Με όλη αυτή τη βαβυλωνία θέσεων, με πόση αξιοπιστία –  τόσο στο εσωτερικό αλλά και κυρίως στο εξωτερικό, – θα προσεγγίσει η δική μας πλευρά τη διάσκεψη. Πόσοι πολίτες αυτού του κράτους αισθάνονται βέβαιοι ποια γραμμή και ιδιαίτερα ποια τακτική θα ακολουθήσουμε;

Πιστεύω ότι ο Πρόεδρος έχει καθήκον και υποχρέωση να προβεί σε γνήσιες παραδοχές για να βελτιωθεί όσον γίνεται η εικόνα. Ο δε Α.Π. του ΔΗ.ΣΥ., για να νομιμοποιείται να διατυπώνει τις περίεργες απόψεις που εξέφρασε πρόσφατα, πρέπει προηγουμένως να τις περάσει από Παγκύπριο Συνέδριο του ΔΗ.ΣΥ.

Κύριε Πρόεδρε, κάνω αυτή την παρέμβαση όχι από κριτική διάθεση . η τελευταία σταγόνα που με έσπρωξε να την κάνω ήταν και οι τοποθετήσεις του Α.Π. Προέδρου του ΔΗ.ΣΥ. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι το κύριο όπλο που διαθέτουμε –  αν όχι το μοναδικό – είναι η υποστήριξη του διεθνούς παράγοντα. Γι’ αυτό και τα παλαιότερα χρόνια μιλούσαμε φορτικά για τη διεθνοποίηση. Δυστυχώς, με τους διαχρονικούς (47 χρόνια) αυτοσχεδιασμούς μας, με τους ασταθείς και αδιευκρίνιστους  στόχους μας, με την ατολμία μας,  με τις ασυνέπειές μας, έχουμε κουράσει τον διεθνή παράγοντα. Πρόσθετα αυτή η συμπεριφορά μας επέτρεψε την άγονη παρέλευση του χρόνου προσφέροντας στην Τουρκία την δυνατότητα να  εμπεδώσει πολλά τετελεσμένα. Υπεράνω όλων το φοβερό πρόβλημα των εποίκων μαζί με την ισλαμοποίηση των κατεχομένων. Επίσης, εκτός από την καθημερινή παραβίαση της ΑΟΖ μας, η Άγκυρα έφτασε στο σημείο να νομίζει ότι νομιμοποιείται να ανοίξει την περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου.

Πιστεύω ότι η πρωτοβουλία που αναλαμβάνει ο Γ.Γ. των Η. Ε. για την άτυπη συνάντηση «5+1», θα αποτελέσει ίσως την τελευταία σοβαρή προσπάθεια για λύση του Κυπριακού. Πρέπει να προσεγγίσουμε αυτή την διαπραγμάτευση με σύνεση και προσήλωση  προς το  πλαίσιο Γκουτέρες, όπως και στις μέχρι τώρα συμφωνημένες συγκλίσεις. Αυτή τη φορά αν δεν ανοίξει ο δρόμος για λύση θα πρέπει τουλάχιστον να ξεκαθαρίσει ότι αυτό οφείλεται στην αδιαλλαξία του κατακτητή. Πρέπει να φανεί καθαρά, ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης. Διότι με τις συμπεριφορές μας καταφέραμε να θολώσουμε και αυτές τις αυτονόητες έννοιες.

κ. Πρόεδρε, έχετε ήδη ανακοινώσει ότι στην προτεινόμενη άτυπη σύσκεψη θα εισηγηθείτε Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Υπάρχει έντονη κριτική από την αντιπολίτευση ότι αυτή η προσέγγιση πιθανόν να συμβάλει στην αναβλητικότητα. Ελπίζω με την στάση σας να το διαψεύσεται. Γιατί η άγονη  παρέλευση του χρόνου έχει αποδειχθεί  ότι είναι καταστροφική.

Πέραν της σύγχυσης  που προκαλείται από τη συζήτηση γύρω από το θέμα των δύο κρατών τα τελευταία χρόνια ο Προέδρος μιλά για χαλαρή ομοσπονδία ή αποκεντρωμένη κυβέρνηση. Με αφορμή αυτές τις τοποθετήσεις, πρόσφερε τη βάση σε άλλους να  προχωρούν και να μιλούν για συνομοσπονδία. Οι πιο πάνω ορολογίες συζητιούνται τους τελευταίους δύο – τρεις αιώνες στο διεθνής πεδίο, χωρίς να διαμορφωθεί γενικά αποδεκτή ερμηνεία και κυρίως οριοθέτησή τους. Σε περίπτωση διένεξης το κάθε μέρος δίνει τη δική του ερμηνεία. Είναι δε φυσικό σε τέτοιες περιπτώσεις να επικρατεί η ερμηνεία του ισχυρού. Δυστυχώς, εμείς δεν είμαστε το πιο ισχυρό μέρος.

Πέραν των πιο πάνω, όσο χαλαρή και αν είναι η ομοσπονδία, δεν λύνει τα προβλήματα της πιθανής δυσλειτουργίας. Τα 2-3 χρόνια που λειτούργησε  το σύνταγμα Ζυρίχης Λονδίνου δεν ήταν μόνο πάνω στα θέματα που διαφωνούσαν, που ασκούσαν veto οι Τ/Κ. Για παράδειγμα αρνιούνταν να συνεργαστούν πάνω στην ανανέωση φορολογικής νομοθεσίας, όχι  γιατί διαφωνούσαν με το περιεχόμενό της, αλλά γιατί ήθελαν να ασκήσουν πίεση πάνω στους Ελληνοκύπριους να δεχτούν την ίδρυση ξεχωριστών Δήμων ή για να αυξηθεί  αμέσως ο διορισμός Τ/Κ στη Δημόσια Υπηρεσία για να φθάσουμε την αναλογία του 70-30 που πρόβλεπαν οι συμφωνίες. Με άλλα λόγια, ο σκοπός για τον οποίο προτάθηκε η χαλαρή ομοσπονδία δεν εξυπηρετείται. Αν παραδείγματος χάριν, αντί να υπάγονται δέκα τομείς στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να υπαχθούν οι μισοί, δηλαδή πέντε, μπορεί να μειώνουν τα θέματα που πιθανόν να προκαλούν προστριβές αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα. Αν είναι κακόπιστοι οι Τ/Κ θα μπορούν να δημιουργούν σχεδόν τις ίδιες πιέσεις και προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του συντάγματος.  Μόνο αν αφαιρεθούν όλες οι εξουσίες από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση λύνεται το πρόβλημα. Τότε όμως θα μιλούμε για συνομοσπονδία δύο ξεχωριστών κρατών και δύο ξεχωριστών κυριαρχιών.

Όσον αφορά τη λειτουργικότητα του συντάγματος (αν καταλήξουμε σε οριστική λύση), πιστεύω, ότι η όλη κατάσταση θα είναι πολύ  πιο ευνοϊκή σήμερα από ότι ήταν στη δεκαετία του 1960. Η σκέψη μας δεν πρέπει να σταματά στη δεκαετία του 1960.

Το πρώτο σοβαρό λάθος που έγινε τότε, ήταν ότι με την έναρξη λειτουργίας του συντάγματος Ζυρίχης, η ισχύς βασικών νομοθεσιών παρατάθηκε μόνο για μερικούς μήνες. Κλασικό παράδειγμα ήταν η νομοθεσία για είσπραξη φόρων που παρατάθηκε μόνο για τρεις μήνες. Στη λήξη των τριών μηνών ανανεωνόταν για άλλους τρεις μήνες μέσα σε κλίμα αντιπαραθέσεων μέχρι την οριστική καταψήφισή του από τους Τ/Κ. Αυτό πρόσφερε την ευκαιρία στους Τ/Κ να ασκούν πίεση μέσω της φορολογικής νομοθεσίας και πάνω σε άλλα θέματα.

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τη νομοθεσία για τους δήμους. Το 1958, οι Τ/Κ προχώρησαν στην ίδρυση ξεχωριστών δήμων στις πέντε μεγάλες πόλεις της νήσου. Το 1960, παρατάθηκε η ισχύς του καθεστώτος εκείνου για έξι μήνες. Έτσι κάθε τόσο  προκαλούνταν ανταγωνισμοί και εντάσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων για την ισχύ της νομοθεσίας. Μέχρι που και σε αυτή την περίπτωση καταργήθηκε η νομική ισχύς της με  πρωτοβουλία των Ε/Κ.

Σήμερα σε μια πιθανή λύση θα πρέπει οι βασικές νομοθεσίες που θα ρυθμίζουν τα θέματα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να έχουν μόνιμη ισχύ. Έτσι θα υπάρχει δυνατότητα να αλλάξουν μόνο όταν σχηματιστεί πλειοψηφία στα συλλογικά νομοθετικά σώματα. Αλλά και πάλι πιθανή τροποποίηση της όποιας νομοθεσίας να ισχύει επ’ αόριστο. Με αυτή τη ρύθμιση δεν θα μπορεί η μια ή η άλλη πλευρά να τερματίσει την ομαλή λειτουργία του κράτους όπως γινόταν το 1960.

Το δεύτερο μεγάλο σφάλμα που έγινε το 196Ο, ήταν πως και στις δυο κοινότητες υιοθετήθηκε το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα για ανάδειξη των μελών της Βουλής. Ταυτόχρονα, στην Ε/Κ κοινότητα επικράτησαν οι πολιτικές δυνάμεις που είχαν αγωνιστεί για την ένωση. Στη δε Τ/Κ  αυτοί που αγωνίστηκαν για τη διχοτόμηση. Ο  συνδυασμός του εκλογικού συστήματος και των δυνάμεων αυτών οδήγησαν στη δημιουργία δύο μονολιθικών και ανταγωνιστικών οντοτήτων, με σχεδόν μοναδικό κριτήριο τον εθνικισμό και στις δύο πλευρές.

Σήμερα και στις δύο κοινότητες έχει επικρατήσει το αναλογικό σύστημα. Και οι  δύο κοινότητες σήμερα έχουν τόσες πολλές εσωτερικές διαιρέσεις (πολιτικές, ιδεολογικές, οικονομικές, κοινωνικές) που δεν μπορεί καμία δύναμη να μας επιστρέψει στις εθνικές μονολιθικές οντότητες του 1960. Έτσι πέραν των εθνικών κριτηρίων, οι κοινωνικές διαιρέσεις θα ενθαρρύνουν τις διακοινοτικές συνεργασίες πάνω σε οικονομικά, ιδεολογικά και ταξικά κριτήρια.  

Κάτι άλλο το οποίο πρέπει να έχει αλλάξει είναι οι άσχημες εμπειρίες που βιώσαν οι δύο κοινότητες από το 1960 μέχρι σήμερα.  Δεν μπορεί την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα να στραφούμε πίσω στις νοοτροπίες και στους ανταγωνισμούς της πέμπτης και έκτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Τα βιώματα του παρελθόντος  πρέπει να έχουν συμβάλει στην αλλαγή της πολιτικής κουλτούρας και στις δύο κοινότητες. Έτσι από την πολιτική του συνεχούς εθνικού ανταγωνισμού σταδιακά θα περάσουμε στην πολιτική της κατανόησης και συνεργασίας.  

Τέλος αλλά και πιο σημαντικό , σήμερα είμαστε μέλος της Ε.Ε. Για 17 χρόνια από τότε που γίναμε μέλος, η Κ.Δ. λειτουργεί χωρίς να έχει δημιουργήσει κανένα σοβαρό πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία της διοίκησης των Βρυξελλών. Ταυτόχρονα,  γνωρίζουμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Τ.Κ. θα θέλουν να είναι ευρωπαίοι πολίτες. Ακόμα και  ακραίοι εθνικιστές γνωρίζουμε ότι αιτήθηκαν στην Κ.Δ. να εξασφαλίσουν ευρωπαϊκά πιστοποιητικά. Είναι λογικό να υπολογίσουμε ότι προτιμούν όπως το ευρωπαϊκό κεκτημένο να επεκταθεί και στην Τ.Κ. κοινότητα. Επιπρόσθετα, η Ε.Ε είναι ένας τεράστιος πολιτικοοικονομικός οργανισμός, ο οποίος έμαθε να λύνει τα προβλήματά του – όσο δύσκολα ή περίπλοκα και αν είναι – μόνο με διάλογο. Θα είναι πολύ απομακρυσμένη η πιθανότητα πολλοί Τ.Κ. να θέλουν να προκαλούν προβλήματα στην λειτουργικότητα του ομοσπονδιακού  συντάγματος, που πολύ πιθανόν να έχουν αντίκτυπο και στις Βρυξέλλες.  Αν το πράξουν θα βρεθούν αντιμέτωποι και με τη διοίκηση των Βρυξελλών.

 Με άλλα λόγια σήμερα οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από το 1960. Μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, οι πλείστοι Τουρκοκύπριοι δεν θα έχουν κανένα λόγο να είναι κακόπιστοι. Αντίθετα, ακριβώς μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον θα τους προσφερθεί η δυνατότητα να απεγκλωβιστούν από το ασφυκτικό αγκάλιασμα της Τουρκίας.

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, πιστεύω ότι οι φόβοι που υπάρχουν για τη δυσλειτουργία  του ομοσπονδιακού συντάγματος είναι τουλάχιστον υπερβολικοί ή και αδικαιολόγητοι.