Γιατί το περίφημο ρεπορτάζ του Αλ Τζαζίρα προκάλεσε πολιτικό σεισμό στη χώρα, οδηγώντας σε παραίτηση τον πρόεδρο της Βουλής Δημ. Συλλούρη και τον βουλευτή Χρ. Τζιοβάνη; Διότι επρόκειτο για ένα εξαιρετικό παράδειγμα ερευνητικής δημοσιογραφίας, το οποίο στοιχειοθετούσε πρόθεση κατάχρησης εξουσίας. Είδαμε με τα μάτια μας αυτό που υποψιαζόμασταν: πολιτικούς να είναι έτοιμοι να προβούν σε ηθικά και θεσμικά επιλήψιμες ενέργειες μείζονος σημασίας. Αυτό το τεκμηριωμένο μιντιακό γεγονός παρήγαγε συγκλονιστικά πολιτικά γεγονότα.

Γιατί η παραίτηση του διευθυντή της «Καθημερινής» Ανδρέα Παράσχου προκάλεσε μεν έντονη πολιτική συζήτηση για λίγες μέρες, αλλά δεν παρήγαγε σημαντικά πολιτικά γεγονότα; Διότι το επίμαχο άρθρο του κ. Παράσχου, με βάση το οποίο φέρεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ν. Αναστασιάδης να επωφελείται οικονομικά από τη χρυσοτόκο όρνιθα των πολιτογραφήσεων και να εξάγει τον χρηματικό πλούτο του σε βαλίτσες στις Σεϋχέλλες, δεν ήταν αποτέλεσμα ερευνητικής δημοσιογραφίας, αλλά ψιθυρολογίας. 

Όταν μια αποκάλυψη διαφθοράς δεν είναι τεκμηριωμένη, όσο ευυπόληπτο κι αν είναι το πρόσωπο που τη διατυπώνει, στερείται αξιοπιστίας, οπότε είναι πολιτικά άσφαιρη. Όταν ο κ. Παράσχος ρωτήθηκε από τη δημοσιογράφο κ. Ηλιάδη για την τεκμηρίωση της αποκάλυψής του, ισχυρίστηκε ότι δεν είναι «ανακριτική αρχή», αλλά ότι κάνει «ερευνητική δημοσιογραφία». Όταν πιέστηκε περαιτέρω, είπε: «Δώστε μου λίγο χρόνο και θα το κάνω» («Πολίτης», 17/1/2021).  Αν θέλουμε να έχουμε ποιοτικό δημόσιο διάλογο, πρέπει να χρησιμοποιούμε τις έννοιες σωστά. Οι αποκαλύψεις στις οποίες προβαίνει η ερευνητική δημοσιογραφία τεκμηριώνονται πριν τη δημοσιοποίησή τους. Είναι στοιχειώδης λογική αλληλουχία: πρώτα κάνεις τη δουλειά σου, συλλέγεις τα τεκμήριά σου, και μετά αποκαλύπτεις. Ο κ. Παράσχος, καταξιωμένος δημοσιογράφος, έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα ερευνητικής δημοσιογραφίας στο παρελθόν (π.χ. για τους αγνοούμενους). Η αναφορά του στον κ. Αναστασιάδη δεν ήταν ένα από αυτά. 

Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι ακριβή και ριψοκίνδυνη υπόθεση – απαιτεί πόρους και σθένος. Οι δημοσιογράφοι των New York Times (ΝΥΤ) Τζόντι Κάντορ και Μέγκαν Τουόχι ερευνούσαν τις καταγγελίες κατά του τηλεοπτικού παραγωγού Χάρβεϊ Ουάϊνστιν για σεξουαλικές επιθέσεις για χρόνια. Μίλησαν με δεκάδες φερόμενα θύματα, απέκτησαν πρόσβαση σε ενδοεταιρική επικοινωνία, και εξέτασαν πολλούς νομικούς φακέλους, πριν δημοσιεύσουν το συγκλονιστικό άρθρο τους. Οι δημοσιογράφοι, όπως και η εφημερίδα, ρίσκαραν μηνύσεις από τον καταγγελλόμενο. Έκαναν με υποδειγματικό επαγγελματισμό τη δουλειά τους. Δεν είναι τυχαίο που, μετά τις αποκαλύψεις τους, κέρδισαν το περίφημο βραβείο Πούλιτζερ (με τον Ρόναν Φάροου του New Yorker). 

Αυτή είναι ερευνητική δημοσιογραφία στην καλύτερη στιγμή της. Όταν ασκείται, ξεγυμνώνει διεφθαρμένες εξουσίες – συγκλονίζει και παράγει μείζονα πολιτικά γεγονότα. Χωρίς τις αποκαλύψεις των Κάντορ, Τουόχι και Φάροου, δεν θα υπήρχε σήμερα το κίνημα #metoo. 

Το ερώτημα που δεν τέθηκε στην εγχώρια συζήτηση είναι: γιατί δεν έχουμε ερευνητική δημοσιογραφία τύπου ΝΥΤ, BBC, ή Al Jazeera στην Κύπρο; Γιατί ενώ η διαφθορά που διαπερνά το πολιτικό μας σύστημα είναι παγκοίνως γνωστή, χρειαζόμασταν ένα αλλοδαπό κανάλι να ξεσκεπάσει εμπλεκόμενους πολιτικούς; 

Η απάντηση είναι σύνθετη αλλά ένα μέρος της είναι οι στενές σχέσεις ΜΜΕ και πολιτικής εξουσίας. Είναι δύσκολο να ελέγξεις την κυβέρνηση όταν έχεις φορολογικές εκκρεμότητες με το κράτος, όταν βασίζεσαι υπερβολικά σε κρατική διαφήμιση, όταν υπηρετείς κομματικές σκοπιμότητες, όταν επωφελούνται συγγενικά σου πρόσωπα από διορισμούς σε περίβλεπτες δημόσιες θέσεις, κοκ. Αυτό που απουσιάζει, γενικότερα, είναι η ανεξαρτησία ρόλων, η αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, η υγιής απόσταση μεταξύ ελεγχόντων και ελεγχομένων. 

Γιατί, τέλος, οι ισχυρισμοί Παράσχου βρήκαν απήχηση στην κοινή γνώμη; Διότι, πρώτον, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η ενασχόληση με την πολιτική (και ειδικά τη διακυβέρνηση) επιφέρει αθέμιτα οφέλη στους πολιτικούς. Σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική ταυτίζεται με τη διαπλοκή-διαφθορά, κάθε συναφής ψίθυρος, ιδιαίτερα όταν εκφέρεται από έναν διακεκριμένο δημοσιογράφο, γίνεται πιστευτός. 

Δεύτερον, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής τα καλύτερα δείγματα ηθικά ανεπίληπτης συμπεριφοράς. Διόρισε και υπερασπίστηκε έναν Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα που καταδικάστηκε για διαφθορά, αγόρασε με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους οικόπεδο από τον Αρχιεπίσκοπο, δεν τήρησε τον κανόνα του Υπουργικού Συμβουλίου περί αποφυγής δωροληψίας, αποδεχόμενος δωρεάν ταξίδι στις Σεϋχέλλες με ιδιωτικό αεροπλάνο Σαουδάραβα φίλου του, στον οποίο δόθηκε «χρυσό διαβατήριο»! Γιατί να μην πιστέψει η κοινή γνώμη τον ισχυρισμό ότι μετέφερε και βαλίτσες χρημάτων στο αεροπλάνο; 

Ένας ανυπόληπτος Πρόεδρος στερείται πολιτικού κύρους – είναι ευάλωτος, δεν έχει ικανότητα πειθούς και επιρροής. Ίσως τα χειρότερα έπονται.          

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Αντεπιστέλλον μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών.