Η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά και συχνά επαναλαμβανόμενα προβλήματα που βιώνει διαχρονικά η ανθρωπότητα, σε όλους τους τομείς δραστηριοποίησης. Ένα κοινωνικό φαινόμενο που δημιουργεί ποικίλα προβλήματα με πολλαπλές προεκτάσεις, πρωτίστως στην ψυχοσύνθεση του θύματος, στην κοινωνική και επαγγελματική του δραστηριοποίηση, ενώ ο φόβος της λανθασμένης ανάγνωσης των γεγονότων από τον περίγυρο οδηγεί στη μη εξωτερίκευση του συμβάντος και στην αποφυγή ή αποτροπή της καταγγελίας.

Το κοινωνικό σχόλιο ή η μικρότητα της κατακραυγής, όπως και η μη αποδοχή του θύματος στο περιβάλλον του, δημιουργούν συνθήκες εσωστρέφειας, οι οποίες συνήθως συμβάλλουν αφενός στην απόκρυψη της απεχθούς πράξης και αφετέρου στην «ηρωοποίηση» του θύτη και στη διαιώνιση του προβλήματος. 

Αυτή η πραγματικότητα αφορά και επηρεάζει στο σύνολο της κοινωνίας, ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο, επαγγελματική δραστηριότητα και μορφωτικό ή άλλο επίπεδο. Η όλο και συχνότερη αποκάλυψη τέτοιων φαινομένων αναδεικνύει από τη μία την αποφασιστικότητα των θυμάτων να καταγγείλουν τέτοιες πρακτικές, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζουν πως το πρόβλημα παραμένει ακόμα άλυτο.

Η αποκάλυψη της Σοφίας και των υπολοίπων αναγνωρίσιμων θυμάτων και η έκταση της κοινωνικής αντίδρασης θα πρέπει να ευαισθητοποιήσουν ακόμα περισσότερο την κοινή γνώμη και όλους τους φορείς που εμπλέκονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και καθορισμού αποτρεπτικής αλλά και τιμωριτικής πολιτικής, κυρίως για να προστατεύσουμε τη μάζα των υποψηφίων θυμάτων, καθώς οι πληγές και οι συνέπειες, ομοίως και ο αντίκτυπος, όπως και η επίδραση, παραμένουν τα ίδια σε όλα τα θύματα.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις, οι οποίες επιβεβαιώνουν τη ζώσα πραγματικότητα, επιβάλλουν την περαιτέρω ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου αποτροπής της σεξουαλικής παρενόχλησης, στη βάση και του ανάλογου Κώδικα που έχουν συνυπογράψει οι κοινωνικοί εταίροι, και αποτελεί ήδη μέρος αριθμού συλλογικών συμβάσεων.

Παράλληλα, προβάλλει ως άμεση προτεραιότητα η ενίσχυση της Υπηρεσίας, που υπάγεται στο Τμήμα Εργασίας και που είναι εντεταλμένη για τη διαχείριση των καταγγελιών, για να μπορεί έγκαιρα να διεκπεραιώνει την εξέτασή τους, καταθέτοντας την αναγκαία έκθεση, στη βάση της οποίας θα μπορεί να προχωρήσει η υπόθεση. 

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί πως η ευαισθητοποίηση που επιδεικνύει η κοινωνία αυτή τη στιγμή θα πρέπει να διατηρηθεί στη βάση και της ατομικής συμβολής στην αποτροπή τέτοιων φαινομένων, μέσα από το δικό μας πλαίσιο δραστηριοποίησης.

Οι όποιες δικαιολογίες του τύπου «δεν γνωρίζαμε», «δεν προσέξαμε κάτι διαφορετικό», «φταίει το θύμα», «πήγαινε γυρεύοντας» θα πρέπει να αποτελούν πλέον φτηνές δικαιολογίες του παρελθόντος, όπως παρωχημένη είναι και η ταπείνωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οποιασδήποτε μορφής και με οποιονδήποτε τρόπο.

Το οφείλουμε σε όλες τις γενιές ανθρώπων, σημερινές και μελλοντικές, αλλά πρωτίστως το οφείλουμε στην προσωπική αξιοπρέπεια του καθενός και της καθεμιάς από εμάς και στο πλαίσιο της συλλογικής δράσης για άρση των έμφυλων ή όποιων άλλων διακρίσεων, είτε στη βάση της σεξουαλικής διαστροφής και της ισοπέδωσης της ανθρώπινής μας ιδιότητας. Η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει, αλλά η ανάδειξη του ηθικού, του πρέποντος και του δίκαιου, μέσα από τις δομές και τους θεσμούς, μπορεί να αλλάξει τη στάση του ενός προς τον άλλο. 

Μια εξέλιξη που μπορούμε να τη σχεδιάσουμε, να την προωθήσουμε, να την εφαρμόσουμε και αν χρειαστεί να την επιβάλουμε, προστατεύοντας το σύνολο της κοινωνίας, με το μεγάλο στοίχημα να παραμένει ένα και ξεκάθαρο – Να διατηρηθεί η ίδια ευαισθητοποίηση, όχι ως συμπόνια και συμπάθεια, αλλά ως σημείο στοχοπροσήλωσης και όταν κάποια στιγμή θα κοπάσει ο σάλος της δημοσιοποίησης, καθώς η προβολή αποτελεί μόνο το απαιτούμενο σημείο αναφοράς, για να οδηγηθούν οι αποφάσεις στο στάδιο της δράσης, της υλοποίησης και της αναστροφής. 

*Γενικός γραμματέας ΣΕΚ.