Η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε Πλήρη Ολομέλεια ως Εκλογοδικείο, στην Εκλογική Αίτηση 1/2019 αναδεικνύει μια σοβαρότατη έκπτωση στα συνταγματικά θέσμια της πολιτείας μέσα από τη συνεχή πεισματική άρνηση της Βουλής να αποδεχθεί την οριστική κρίση της αρμόδιας δικαστικής εξουσίας. Η αναφορά στο ιστορικό του θέματος μιλά αφ’ εαυτής. 50/50
Στις βουλευτικές εκλογές του 2016, ανακηρυχθείσα ως εκλεγείσα βουλευτής δεν αποδέχθηκε τη βουλευτική έδρα, οπότε ο Έφορος Εκλογών ανακήρυξε ως βουλευτή τον πρώτο επιλαχόντα του κόμματός της σύμφωνα με το άρθρο 35 του εκλογικού νόμου το οποίο προνοούσε ότι, αν κατά τη διάρκεια βουλευτικής περιόδου κενούται βουλευτική έδρα, τότε ανακηρύσσεται ως βουλευτής ο πρώτος επιλαχών του κόμματος. Να σημειωθεί ότι το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος, το οποίο προνοεί για την πλήρωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας με αναπληρωματική εκλογή, τροποποιήθηκε το 1996 ώστε να επιτρέπεται η πλήρωση κενωθείσας έδρας με τον πρώτο επιλαχόντα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε Πλήρη Ολομέλεια ως Εκλογοδικείο, ακύρωσε, στα πλαίσια Εκλογικής Αίτησης (2/2016), την ανακήρυξη του πρώτου επιλαχόντα με το σκεπτικό ότι το άρθρο 35 δεν είχε εφαρμογή καθ’ όσον δεν υπήρξε κένωση βουλευτικής έδρας αφού η έδρα, μη καταληφθείσα, δεν είχε κενωθεί. 150/200
Τούτο θα έπρεπε να ήταν και το τέλος του θέματος ως δεδικασμένου. Η Βουλή όμως, μη αποδεχόμενη τη δικαστική κρίση και επιδιώκοντας να την παρακάμψει, προχώρησε εσπευσμένα σε τροποποίηση του νόμου προνοώντας ότι το άρθρο 35 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση μη καταληφθείσας έδρας. Ανακηρύχθηκε έτσι και πάλι ο πρώτος επιλαχών ως βουλευτής. Σε δεύτερη Εκλογική Αίτηση (1/2017), το Ανώτατο Δικαστήριο, σε πλήρη Ολομέλεια ως Εκλογοδικείο, ακύρωσε για δεύτερη φορά την εκλογή, κηρύσσοντας αντισυνταγματική την τροποποίηση του άρθρου 35 καθ’ όσον το Άρθρο 66.2 του Συντάγματος προνοεί μόνο για την πλήρωση κενωθείσας βουλευτικής έδρας ώστε να μην υπάρχει συνταγματική βάση για την διά νόμου πλήρωση μη καταληφθείσας έδρας. Τονίστηκε μάλιστα ότι τα Άρθρα 65 και 66 του Συντάγματος προνοούν για «εκλογή» της Βουλής σύμφωνα με τη δημοκρατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Υπεδείχθη περαιτέρω ότι η επιχειρηθείσα πλήρωση της θέσης με την τροποποίηση του Νόμου εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να είχε αναδρομική ισχύ ως προς την εν λόγω έδρα. 160/360
Η Βουλή προχώρησε σε δεύτερη αμφισβήτηση της δικαστικής κρίσης, ψηφίζοντας νέα τροποποίηση του άρθρου 35 για πλήρωση μη καταληφθείσας έδρας με ανακήρυξη του πρώτου επιλαχόντα. Σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας (4/2018) το Ανώτατο Δικαστήριο, σε Πλήρη Ολομέλεια, απέρριψε την εισήγηση της Βουλής ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του είναι λανθασμένες και τη θέση ότι ο υπό αναφορά νόμος δικαιολογείται βάσει του δικαίου της ανάγκης, επανατονίζοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας προς την οποία, όπως και προς τα Άρθρα 31, 63, 64, 65 66 και 71 του Συντάγματος, ο υπό κρίση νόμος ήταν σε αντίθεση. Υπεδείχθη μάλιστα ότι ο νόμος παραβιάζει και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών ως αμφισβήτηση από τη Βουλή της ήδη επελθούσας τελεσίδικης κρίσης της δικαστικής εξουσίας. 120/480
Η επιμονή της Βουλής συνεχίστηκε. Προέβη τώρα σε τροποποίηση του Άρθρου 66.2 του Συντάγματος, και κατ’ ακολουθία σε ψήφιση νέου τροποποιητικού νόμου, ώστε να καλύπτεται συνταγματικά και η μη κατάληφθείσα έδρα. Ανακηρύχθηκε έτσι και πάλι ως βουλευτής ο πρώτος επιλαχών. Σε νέα Εκλογική Αίτηση (1/2019) το Ανώτατο Δικαστήριο, σε Πλήρη Ολομέλεια ως Εκλογοδικείο, απεφάνθη ότι η ανακήρυξη του πρώτου επιλαχόντα ως βουλευτή ήταν άκυρη καθ’ όσον καταστρατηγείτο το δεδικασμένο των τριών προηγουμένων αποφάσεων και επήρχετο αναδρομικότητα. Το Εκλογοδικείο αναφέρθηκε και σε μία άλλη θεμελιακή πτυχή του θέματος – την έλλειψη εξουσίας της Βουλής να επεμβαίνει με συνταγματικές τροποποιήσεις στις θεμελιώδεις δομές του Συντάγματος. Ο περιορισμός αυτός εκφράζεται τόσο στα θεμελιώδη Άρθρα του Συντάγματος τα οποία δεν μπορούν να τροποποιηθούν (Άρθρο 182) όσο και σε πάγιες συνταγματικές αρχές όπως είναι η αρχή της δημοκρατικότητας. 130/610
Τούτο είναι σημαντικό όσον αφορά τις τροποποιήσεις τόσο του 2019 όσο και του 1996 του Άρθρου 66.2 σε σχέση με το Άρθρο 62.2. Το Άρθρο 62.2, το οποίο μάλιστα είναι θεμελιώδες ώστε να μη μπορεί να τροποποιηθεί, ορίζει ότι η εκλογή των βουλευτών γίνεται ‘διά καθολικής, αμέσου και μυστικής ψηφοφορίας’, ώστε οι τροποποιήσεις του Άρθρου 66.2 που επιτρέπουν την πλήρωση κενωθείσας ή μη καταληφθείσας έδρας από τον πρώτο επιλαχόντα χωρίς εκλογή να είναι αντίθετες με το Άρθρο 62.2. Το Άρθρο 62.2 εκφράζει τη θεμελιώδη δημοκρατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας στην οποία είχε αναφερθεί και το Ανώτατο Δικαστήριο και επιτάσσει εκλογή των βουλευτών ώστε ο επιλαχών, ο οποίος δεν εξελέγη κατά το πέρας της εκλογικής διαδικασίας, να μην είναι εκλεγείς. Υπάρχει έτσι μία θεμελιακή και ανυπέρβλητη διάσταση του Άρθρου 62.2 όσον αφορά την ανάγκη εκλογής των βουλευτών ως αντιπροσωπευτικών φορέων της λαϊκής κυριαρχίας. 140/750
Τα ως άνω επιτρέπουν τις ακόλουθες επισημάνσεις.
1. Ο σεβασμός των δικαστικών αποφάσεων είναι θεμελιακός κανόνας του κράτους δικαίου προς το οποίο συναρτάται η συνταγματική δομή που περιλαμβάνει τα δικαστήρια ως τον καταπιστευματοδόχο του Συντάγματος και τον οριστικό κριτή της συνταγματικής νομιμότητας στα πλαίσια του διαχωρισμού των εξουσιών. Η τετράχρονη εξέλιξη του θέματος της μη καταληφθείσας έδρας αποκαλύπτει διάσταση από τον σεβασμό αυτό αφού η Βουλή, μη αποδεχόμενη το δεδικασμένο και την αρχή της μη αναδρομικότητας, επέμεινε πεισματικά στην πρόθεσή της να πληρώσει τη μη καταληφθείσα έδρα τροποποιώντας ακόμα και το Σύνταγμα. Προκύπτει λοιπόν θέμα ύψιστης συνταγματικής τάξης. 90/840
2. Οι βουλευτές, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά τους, δίδουν τη διαβεβαίωση πίστης και σεβασμού στο Σύνταγμα. Έχουν έτσι αυξημένη υποχρέωση τήρησης των συνταγματικών θέσμιων κατά τη διεξαγωγή του νομοθετικού τους έργου και οφείλουν να προβληματίζονται σοβαρά πριν από οποιαδήποτε νομοθέτηση λαμβάνοντας υπ’ όψη τη συνταγματικότητα του προτεινομένου νομοσχεδίου και ακόμα πιο σοβαρά πριν από οποιαδήποτε συνταγματική τροποποίηση. 60/900
3. Η Βουλή δεν έχει απόλυτη εξουσία να νομοθετεί. Η εξουσία της ισχύει στα πλαίσια των προνοιών και των βασικών αρχών του Συντάγματος που περιλαμβάνουν τόσο τα θεμελιώδη Άρθρα του όσο και τη δημοκρατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας όσον αφορά την εκλογή των βουλευτών ως εκπροσώπων του εκλογικού σώματος. Οφείλει λοιπόν να προβληματίσει τα μέγιστα η συνταγματικότητα των δύο τροποποιήσεων του Άρθρου 66.2, με ιδιαίτερη αναφορά στην απαίτηση του Άρθρου 62.2 για εκλογή των βουλευτών με καθολική και άμεση ψηφοφορία και στη δημοκρατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Και δεν είναι τυχαίο που ο συνταγματικός νομοθέτης προνόησε στο Άρθρο 66.2 για αναπληρωματική εκλογή και όχι άλλο τρόπο πλήρωσης κενωθείσας έδρας, αφού η πλήρωση κενωθείσας έδρας άλλως πως παρά με εκλογές δεν συνάδει με το Άρθρο 62.2. 120/1020
*Πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου