Στο κείμενο που ακολουθεί καταγράφονται μερικές παρατηρήσεις σχετικά με τη φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης πώλησης διαβατηρίων. Πρόκειται για ένα θέμα που κυριαρχεί στην επικαιρότητα και προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Προσπαθώ όμως στις παρατηρήσεις αυτές να είμαι όσο το δυνατό πιο αναλυτικός στην μελέτη του φαινομένου και πιο αποστασιοποιημένος από τις διαμάχες αυτές.
Η εμπορευματοποίηση της ευρωπαϊκής υπηκοότητας.
Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε με βάση την Κύπρο μια καινούρια αγορά με κύκλο εργασιών μερικών δισεκατομμυρίων και πολύ ψηλό ποσοστό κέρδους. Η αγορά αυτή προέκυψε από την εμπορευματοποίηση της ιδιότητας του πολίτη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μεγάλο βαθμό μπορεί κάποιος να πει ότι εφευρέθηκε μια νέα αγορά με συγκεκριμένο προϊόν πώλησης, με πωλητές, με αγοραστές και με καθορισμό της τιμής ισορροπίας με βάση την προσφορά και τη ζήτηση. Η έννοια «εμπορευματοποίηση» αντιστοιχεί στον αγγλικό όρο commodification και περιγράφει την εμπορία ενός αντικειμένου ή ιδιότητας που υπό κανονικές συνθήκες δεν αποτελεί εμπορεύσιμο προϊόν. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι ο ξένος υποψήφιος για πολιτογράφηση δεν έπαιρνε το διαβατήριο ως επιπρόσθετο κίνητρο για μια επένδυση του. Αντιθέτως η όποια επένδυση στην πραγματικότητα ήταν μέρος του κόστους απόκτησης του διαβατηρίου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τιμή των δυόμιση εκατομμυρίων ευρώ ως κόστος της απόκτησης του διαβατηρίου μπορεί να θεωρηθεί ως το σημείο ισορροπίας που προσδιορίστηκε από τη διεθνή ζήτηση και τη δυνατότητα των πωλητών να προσφέρουν στην αγορά μια συγκεκριμένη ποσότητα διαβατηρίων, γύρω στις 800 πολιτογραφήσεις τον χρόνο, αριθμός που αντιστοιχούσε στον μέσο όρο πολιτογραφήσεων των άλλων χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αν και στην πορεία διαφάνηκε επιπροσθέτως ότι δίνονταν και διαβατήρια στους εξαρτώμενους του αγοραστή. Μια πιο ψηλή τιμή από τα δυόμιση εκατομμύριων θα περιόριζε σημαντικά το ενδιαφέρον των αγοραστών, πράγμα που καταμαρτυρείται από τις χαμηλές πωλήσεις στο αρχικά στάδιο λειτουργίας της αγοράς αυτής. Επιπλέον, μια πιο χαμηλή τιμή θα εισήγαγε το στοιχείο της διαφθοράς ως κύριο παράγοντα παραχώρησης του διαβατηρίου, όπως έγινε στην περίπτωση της Μάλτας.
Η περίπτωση της Μάλτας.
Αξίζει να παρατηρηθεί ότι η Μάλτα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα πέρα από την Κύπρο η οποία παραχωρούσε μαζικά ευρωπαϊκή υπηκοότητα έναντι χρημάτων. (Για την ακρίβεια, υπάρχει επίσης η ανεπιτυχής περίπτωση της Βουλγαρίας η οποία πώλησε 98 διαβατήρια σε οκτώ χρόνια).
Στην Μάλτα η τιμή στην οποία επωλούντο τα διαβατήρια (γύρω στο ένα εκ. ευρώ) ήταν πιο χαμηλή από ότι η διεθνής αγορά ήταν διαθετημένη να πληρώσει Το αποτέλεσμα ήταν ότι η διαφθορά έγινε το κύριο στοιχείο καθορισμού των πολιτογραφήσεων. Κατά κανόνα ο υποψήφιος έπρεπε να πληρώσει 150 χιλιάδες ευρώ σε λογαριασμούς ενός κυκλώματος πολιτικών που είχαν ψηλές θέσεις στην Κυβέρνηση. Οι λογαριασμοί αυτοί αποκαλύφθηκαν το 2016 στον Παναμά. Οι εξελίξεις στη Μάλτα υπήρξαν τραγικές. Κύκλωμα πολιτικών και επιχειρηματιών προσέλαβε επαγγελματίες δολοφόνους και σκότωσε την μόνη ίσως δημοσιογράφο που διερευνούσε συστηματικά το θέμα, τη Δάφνη Γκαλίζια. Τελικά όμως 1000 μέρες μετά τη δολοφονία της Γκαλίζια, η μαλτέζικη κυβέρνηση κατέρρευσε, ο δεύτερος τη τάξει στην Κυβέρνηση συνελήφθη μαζί με πολιτικούς και επιχειρηματίες, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας αναγκάστηκε σε παραίτηση καθώς θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη συγκάλυψη της διαφθοράς.
Κυρίαρχη η διαπλοκή
Η περίπτωση του μαλτέζικού προγράμματος είναι λοιπόν κατά κύριο λόγο η κανονικοποίηση της διαφθοράς. Το κυπριακό πρόγραμμα εμπεριείχε στοιχεία διαφθοράς τα οποία όμως δεν ήταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του. Αυτό που χαρακτήριζε πιο έντονα το πρόγραμμα, πέρα από την εμπορευματοποίηση της ιδιότητας του ευρωπαίου πολίτη, ήταν η διαπλοκή ανάμεσα σε δημόσιους ρόλους και ιδιωτικά συμφέροντα.
Στην ελληνική γλώσσα οι έννοιες διαφθορά και διαπλοκή είναι συναφείς αλλά όχι ταυτόσημες. Η διαφθορά, τουλάχιστον με τη στενή έννοια χρήσης του όρου, έχει να κάνει με την παράνομη χρήση δημόσιου αξιώματος ή πολιτικής δύναμης για την αποκόμιση προσωπικού κέρδους. Η διαπλοκή έχει να κάνει με τον τρόπο που αλληλοσυνδέονται συμφέροντα με σκοπό όφελος που δεν θα είχαν χωρίς αυτήν την διασύνδεση. Πρόκειται κυρίως για καταστάσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται παραδοσιακά ως «σύγκρουση συμφερόντων». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όρος conflict of interest μεταφράζεται στα ελληνικά από τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «διαπλοκή συμφερόντων».
Η διαπλοκή αποτελεί γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη φαινομένων διαφθοράς. Στοιχεία διαφθοράς με την έννοια της παραβίασης των νόμων ενυπήρχαν και στο κυπριακό πρόγραμμα πώλησης διαβατηρίων. Αφορούσαν, όπως έδειξε το ρεπορτάζ του Al Jazeera τη πολιτογράφηση ατόμων με ποινικό μητρώο μέσω της αλλαγής του ονόματος τους ή της πολιτογράφησης πρώτα της συζύγου. Πιθανόν δε να αποκαλυφθούν και άλλες παράνομες πρακτικές στην πορεία. Θα μπορούσε όμως κάποιος να αντιτείνει ότι οι περιπτώσεις παρανομίας μάλλον δεν ήταν ο κανόνας καθότι στο κυπριακό πρόγραμμα όποιος ήταν διατεθειμένος να καταβάλει το χρηματικό τίμημα μπορούσε να αγοράσει υπηκοότητα νοουμένου ότι πληρούσε κάποια ελάχιστα κριτήρια. Έτσι κι αλλιώς, αυτό το δημόσιο πρόγραμμα είχε υποταχθεί τόσο πολύ σε ιδιωτικά συμφέροντα ώστε οι αγοραστές και πωλητές να ενεργούν μέσα σε ένα χαλαρό πλαίσιο νομιμότητας.
Το κυρίαρχο στοιχείο του προγράμματος, πέρα από την εμπορευματοποίηση ήταν η διαπλοκή συμφερόντων των πολιτειακών αξιωματούχων. Από τη μια είχαν την εξουσία να διαμορφώνουν το σχέδιο και από την άλλη είχαν σημαντική οικογενειακή και επαγγελματική ανάμειξη στην εκμετάλλευση του σχεδίου. Πόσο έντονη υπήρξε αυτή η σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να διαφανεί από το γεγονός ότι το χρηματικό όφελος από την έκδοση διαβατηρίων που έχει συσχετισθεί με οικογενειακές επιχειρήσεις του Προέδρου και μελών του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν πολλαπλάσιο από τη συνολική αποζημίωση πέντε ετών θητείας για τον καθένα από αυτούς.
Ως μορφή διαπλοκής επίσης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η σημαντική επίδραση που είχαν στον καθορισμό και τη λειτουργία του σχεδίου ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα όπως οι developers αλλά και δικηγορικά και ελεγκτικά γραφεία.
Η κοινωνικο-οικονομική επίδραση
Παρόλο όμως που ο τζίρος αυτής της βιομηχανίας υπήρξε πολύ μεγάλος (γύρω στα 7-8 δις ευρώ), η συνεισφορά της στην οικονομία δεν ήταν ανάλογη.
Σύμφωνα με τη σχετική μελέτη του Υπουργείου Οικονομικών, η συνεισφορά του σχεδίου στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν μέσω της ανάπτυξης ακινήτων ήταν γύρω στο 0,4% τον χρόνο στην τριετία 2016-18. (1,2% συνεισφορά στην τριετία έναντι συνολικής αύξησης της οικονομίας κατά 13%)
(Μελέτη για το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα Επίδραση στην Οικονομία, Φεβρουάριος 2019).
Το σχέδιο έχει ωφελήσει τα μέγιστα μερικές δεκάδες οικογένειες, γραφεία και εταιρείες. Όμως η πολλαπλασιαστική επίπτωση στην υπόλοιπη οικονομία είναι περιορισμένη. Επιπλέον φαίνεται ότι πολλές πληρωμές γίνονται σε λογαριασμούς του εξωτερικού. Αν το σχέδιο στηριζόταν στην δημιουργία θέσεων εργασίας ή καινοτομίας, θα ήταν άλλη η συνεισφορά του στο βαθμό βέβαια που ένα τέτοιο σχέδιο θα εύρισκε ανταπόκριση από ξένους επενδυτές.
Επιπροσθέτως, η εφαρμογή του συγκεκριμένου σχεδίου πιθανόν να ευθύνεται για κάποια αρνητικά κοινωνικο-οικονομικά φαινόμενα. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Στατιστικής Υπηρεσίας, ο δείκτης που καταγράφει την εισοδηματική ανισότητα (Συντελεστής Gini) εκτινάχθηκε το 2019 από 29,1% στο 31,1%. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι τη χρονιά αυτή το μέσο εισόδημα αυξήθηκε κατά 9% (Συνήθως οι δείκτες ανισότητας μειώνονται σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης και αυξάνονται σε συνθήκες ύφεσης). Επιπλέον, το κόστος ζωής για τον μέσο Λεμεσιανό γενικά και ειδικά όσον αφορά τη στέγαση έχει αυξηθεί επώδυνα τα τελευταία χρόνια.
Τέλος, είναι πιθανό η Κύπρος να κληθεί να πληρώσει κόστος για την πώληση διαβατηρίων το οποίο δεν είναι ορατό σήμερα. Αυτό το κόστος μπορεί να είναι άμεσο αν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλει πρόστιμο στην Κυπριακή Δημοκρατία, μπορεί επίσης να είναι έμμεσο σε σχέση με την δυσφήμιση της Κύπρου και την αποθάρρυνση πραγματικών επενδύσεων.
Η τρίτη «αρπαχτή» μέσα σε 20 χρόνια
Τα τελευταία 20 χρόνια επισυνέβησαν στην Κύπρο τρία ακραία φαινόμενα ευκαιριακού πλουτισμού και κατάρρευσης. Το πρώτο ήταν η φούσκα του χρηματιστηρίου με ξαφνικό οκταπλασιασμό των τιμών των μετοχών και η μεταφορά μερικών δισεκατομμυρίων από τα μικρομεσαία και μεσαία στρώματα στα χέρια των πιο εύπορων. Το δεύτερο ήταν η φούσκα στη διόγκωση των τραπεζών μέσω της προσέλκυσης διεθνών καταθέσεων αμφιβόλου νομιμότητας, η συνακόλουθη χρεωκοπία τους και η οικονομική ύφεση που αυτή επέφερε. Η τρίτη «αρπαχτή» αφορά τη βιομηχανία πώλησης διαβατηρίων τις συνέπειες της οποίας βιώνουμε τώρα.
Κοινά χαρακτηριστικά και στα τρία συμβάντα ήταν η επιδίωξη του ευκαιριακού και γρήγορου κέρδους, η ανυπαρξία ελέγχων, η έντονη διαπλοκή συμφερόντων και η τελική ζημιά για το κοινωνικό σύνολο.