Η κακοποίηση, ως βίωμα, είναι από τη φύση της, είναι ταπεινωτική και απάνθρωπη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη σεξουαλική παραβίαση. Το θύμα αισθάνεται μια εισβολή στην προσωπική του υπόσταση, αισθάνεται παραβιασμένο και λερωμένο, ενώ, ταυτόχρονα, βιώνει αβοηθησία και την αξιοπρέπεια του να καταρρακώνεται και να βρίσκεται στο έλεος  και την εξουσία ενός άλλου ατόμου.

Επομένως, ένας από τους πρωταρχικούς λόγους για τους οποίους οι γυναίκες δεν μιλούν για τη σεξουαλική τους παρενόχληση, δεν διεκδικούν και δεν απαιτούν την τιμωρία του θύτη, είναι η έντονη ντροπή που αισθάνονται. Η ντροπή αποτελεί πυρήνα της βαθιάς συναισθηματικής ουλής των γυναικών και των ανδρών που παραβιάζονται σεξουαλικά. Δυστυχώς, αυτή η αίσθηση ντροπής προκαλεί συχνά στα θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης να επιρρίπτουν ευθύνη στον εαυτό τους για το σεξουαλικό παράπτωμα του δράστη τους. Το θύμα έχει την αίσθηση «αν αισθάνομαι ντροπή τότε πάει να πει ότι φταίω», επειδή η ντροπή ως αίσθηση είναι ένας παιδικός φίλος, μας ακολουθεί από πολύ νωρίς στη ζωή μας, ακουμπάει πολύ βαθιά μέσα μας και μας κάνει να αισθανόμαστε εκτεθειμένοι, αναξιόπιστοι και «κακοί». 

Όταν ντρεπόμαστε, θέλουμε να κρυφτούμε, να απομονωθούμε. Σκύβουμε τα κεφάλια μας, κλείνουμε τους ώμους μας και ζαρώνουμε προς τα μέσα σε μια προσπάθεια να γίνουμε αόρατοι. Με αποτέλεσμα να προσπαθούμε συχνά να απωθήσουμε το συναίσθημα της ντροπής και να καταπιέσουμε αυτό που μας συνέβη ή να το ελαχιστοποιήσουμε. Άλλοι λόγοι για τους οποίους δεν μιλάνε έγκαιρα τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης είναι και ο φόβος για τις συνέπειες, η έλλειψη στήριξης, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και το συναίσθημα της απελπισίας. Επίσης, άτομα με ιστορικό παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης είναι ευάλωτα και πέφτουν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και μετέπειτα στην πορεία της ζωής τους με αποτέλεσμα να αποδυναμώνονται ακόμη περισσότερο.

 

Η αποκάλυψη

Η αυτοαποκάλυψη γίνεται συνήθως σε ένα στενό άτομο, ένα άτομο της εμπιστοσύνης του θύματος ή στον ψυχολόγο-ψυχοθεραπευτή αν το άτομο λάβει ψυχοθεραπεία σε κάποια φάση της ζωής του. 

Με τα χρόνια, το άτομο ωριμάζει, μπορεί να αισθανθεί πιο δυνατό να αντιμετωπίσει αυτό που του συνέβη, να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να λάβει περισσότερη στήριξη από άτομα στη ζωή του ή πιθανόν από ψυχοθεραπευτική δουλειά που έκανε με τον εαυτό του. Συνήθως, μια τέτοια εξομολόγηση μπορεί να ακολουθήσει έπειτα από μια άλλη, όπου το άτομο ακούγοντας μια μαρτυρία άλλου θύματος αισθάνεται πιο δυνατό να εκφραστεί και να βγει μπροστά να διεκδικήσει και να απαιτήσει δικαιοσύνη. Αυτός είναι ο λόγος που η συγκλονιστική αποκάλυψη της Σοφίας Μπεκατώρου, έφερε στο προσκήνιο περισσότερες γυναίκες οι οποίες αισθάνθηκαν έτοιμες την συγκεκριμένη στιγμή να αποκαλύψουν τη δικιά τους κακοποίηση.

Συχνά, χρειάζεται το άτομο που δέχθηκε οποιαδήποτε μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης να παραδεχτεί πρώτα στον εαυτό του τι του συνέβη, να αποδεχθεί ότι αυτή η πράξη που ασκήθηκε από το άλλο άτομο εις βάρος του ήταν κακοποίηση, ότι ήταν παραβίαση των προσωπικών του ορίων και των ατομικών του δικαιωμάτων και ότι δεν ευθύνεται το ίδιο. Είναι απόλυτα αναγκαίο σε πρώτη φάση το άτομο να λάβει την απαραίτητη πληροφόρηση και συναισθηματική υποστήριξη και να αποενοχοποιηθεί, ώστε να αισθανθεί αρκετά δυνατό να μιλήσει για αυτό που του συνέβη.

Αρκετά θύματα ίσως δεν είναι έτοιμα ακόμα να αποκαλύψουν τη δική τους εμπειρία και ίσως χρειάζονται ακόμη περισσότερο χρόνο ή την κατάλληλη στήριξη κι ενθάρρυνση. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να παροτρύνουμε άτομα, δημόσια πρόσωπα και μη, να κάνουν τις δικές τους αποκαλύψεις, καθώς αυτό θα ενθαρρύνει και άλλα άτομα να μιλήσουν όταν είναι έτοιμα. Ας μην επιτρέψουμε το θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης να ξεχαστεί!

* Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια και Αριστίνδην υποψήφια βουλευτής Λεμεσού