Η απροκάλυπτη και χωρίς καμία αιδώ κατεδάφιση του διατηρητέου κτιρίου στη παλιά Λευκωσία έχει σίγουρα πολλές πτυχές. Την παντελή έλλειψη παιδείας, την ασέβεια προς την πολιτιστική μας κληρονομιά, την νοοτροπία του γκρεμίζω ότι στέκεται εμπόδιο στα σχέδια μου, την αποδυνάμωση της φωνής μας ενάντια στην καταστροφή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς στα κατεχόμενα και πολλές άλλες. Μία σημαντική διάσταση του θέματος είναι κατά την άποψή μου αυτή: Πόση παντοδυναμία μπορεί να νιώθει κάποιος, για να βάλει μπουλντόζες να κατεδαφίσουν παράνομα ένα διατηρητέο κτίριο μπροστά στα μάτια του Δήμου και του ΕΤΕΚ; Το διατηρητέο κτίριο ή ότι απέμεινε από αυτό βρίσκεται απέναντι από το Δημαρχείο και λίγα μέτρα μακριά από τα γραφεία του ΕΤΕΚ. Στο κάδρο μπαίνει βεβαία και το ότι αυτός ο «κάποιος» δεν είναι ένας τυχαίος πολίτης, αλλά ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου.
Συμπεριφέρθηκε ο Αρχιεπίσκοπος ως ο απόλυτος άρχοντας, τον οποίο δεν αγγίζει και δεν αφορά η τήρηση των Νόμων. Λες και δεν έχει να λογοδοτήσει σε κανένα και για τίποτα. Ούτε και στην ίδια την Εκκλησία ως θεσμό, πολύ δε περισσότερο ως έννοια. Το φαινόμενο της «παντοδυναμίας» του Αρχιεπισκόπου δεν παρουσιάστηκε βέβαια από την μια μέρα στην άλλη. Είναι το αποτέλεσμα προηγούμενης δράσης του θρησκευτικού μας ηγέτη και (μη) αντίδρασης από το Κράτος που έχει απομακρυνθεί επικίνδυνα από τον κοσμικό του χαρακτήρα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων. Γιατί στη χειρότερη των περιπτώσεων, είναι το αποτέλεσμα σύμπραξης των δύο. Η σχέση με τον Μαλαισιανό καταζητούμενο και η εισφορά των €300,000, οι παρεμβάσεις για χάρη ιδιωτικών συμφερόντων για να επιτραπούν επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον, οι ενέργειες του και οι δηλώσεις του για το ναό του Τράχωνα, η συναλλαγή του σε μετρητά με την Πρώτη Κυρία…Tα παραδείγματα πολλά.
Στην αντίληψή μου, εάν υπάρχει κάτι χειρότερο από το έγκλημα που συντελέστηκε είναι η πεποίθηση που φαίνεται να είχε ο Αρχιεπίσκοπος ότι μπορούσε να διαφύγει, όχι επειδή δεν θα τον έκαναν τσακωτό, αλλά επειδή δεν θα τολμούσε κανείς να τα βάλει μαζί του. Και όχι τυχαία ή αδικαιολόγητα βέβαια.
Είναι κοινή αντίληψη ότι η έλλειψη λογοδοσίας και η ατιμωρησία γεννούν ασυδοσία και θράσος. Το θέμα είναι γενικό και δεν αφορά μόνο τον Αρχιεπίσκοπο. Αναγκαζόμαστε οι πολίτες για ακόμη μια φορά να θυμίζουμε τα αυτονόητα και τα βασικά: Οι Νόμοι είναι εκεί για να εφαρμόζονται. Κανείς δεν είναι υπεράνω του Νόμου. Αντίθετα, η δύναμη και η εξουσία δημιουργούν αυξημένη ευθύνη έναντι της Κοινωνίας για τήρηση των Νόμων. Και εάν οι έχοντες δύναμη και εξουσία αυτό δεν το αντιλαμβάνονται, η Πολιτεία οφείλει να αντιδρά με γρήγορα αντανακλαστικά. Στην προκειμένη περίπτωση -όπως άλλωστε και στις πλείστες των περιπτώσεων- η Πολιτεία έχει νομοθετικά εργαλεία για να αντιδράσει άμεσα.
Η Δικαιοσύνη, με τα κακά και τις αδυναμίες της, διατηρεί ακόμα το κύρος και την ανεξαρτησία της. Όπως δε αρκετές φορές απέδειξε στο πρόσφατο παρελθόν, είναι ένας θεσμός που ευτυχώς ακόμη λειτουργεί. Φτάνει να αχθεί η υπόθεση ενώπιόν της. Φτάνει δηλαδή η Πολιτεία να κάνει τη δουλειά της.
*Δικηγόρος.