Με τα πλέον μελανά χρώματα περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στα δημόσια νοσηλευτήρια σε χθεσινή επιστολή του προς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Υγείας ο Γενικός Ελεγκτής, Οδυσσέας Μιχαηλίδης, εγείροντας εκ νέου σοβαρότατες ανησυχίες για τη βιωσιμότητά τους.

Πέρα από το δυσθεώρητο ύψος των οφειλών του ΟΚΥπΥ προς το κράτος και τις συνολικές δαπάνες των νοσηλευτηρίων για τα δύο προηγούμενα χρόνια που ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, σε αντιδιαστολή με τα πολύ πιο περιορισμένα έσοδα του Οργανισμού από την παροχή υπηρεσιών στους ασθενείς, έχει ίσως ιδιαίτερη βαρύτητα η εξαιρετικά δυσοίωνη πρόβλεψη του κ. Μιχαηλίδη πως είναι ουσιαστικά ουτοπικό να αναμένουμε να μηδενιστούν τα ελλείμματα του Οργανισμού έως τον Μάϊο του 2024 και ενεδρεύει, κατά συνέπεια, μεγάλος κίνδυνος να οδηγηθούμε σε «καταναγκαστικό ξεπούλημα», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, των δημόσιων νοσηλευτηρίων.

Θα μου πείτε, μα δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεται στην επιφάνεια το ζήτημα των δημόσιων νοσηλευτηρίων και οι χρονίζουσες στρεβλώσεις που αντιμετωπίζουν σε πολλούς τομείς, ακόμη και κατόπιν της ένταξής τους στο ΓεΣΥ. 

Τόνοι μελανιού έχουν χυθεί για να αναδείξουν τις καθυστερήσεις στην οικονομική και διοικητική αυτονόμηση των νοσηλευτηρίων, την ανελαστικότητα στην οργάνωση, τη γραφειοκρατία και τις δημοσιοϋπαλληλικές νοοτροπίες που τα χαρακτηρίζουν, τον παρωχημένο εξοπλισμό και τις ελλείψεις σε αναλώσιμα και προσωπικό, οι οποίες ειδικά σε ό,τι αφορά το τελευταίο αντιμετωπίζονται με βραχύβιες λύσεις, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και χρονοδιαγράμματα. Αυτά ακριβώς τα προβλήματα που οδήγησαν στη «μαύρη τρύπα» υπερδαπανών και κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος οφείλονται στην κακοδιαχείριση και κακοδιοίκηση των νοσοκομείων και είναι σοβαρές οι ευθύνες που φέρει για αυτές ο ΟΚΥπΥ.

Είναι τέτοια βέβαια η αξία των δημόσιων νοσηλευτηρίων για την παροχή φροντίδας υγείας όλων των βαθμίδων στους ασθενείς, η συνεισφορά τους στη δημόσια υγεία, με απτό παράδειγμα εκείνο της διαχείρισης της πανδημίας του κορωνοϊού, το συντριπτικό βάρος της οποία έχουν σηκώσει και σηκώνουν ακόμη στις πλάτες τους, αλλά η υψηλή και συσσωρευμένη επιστημονική και ιατρική εμπειρογνωμοσύνη που διαθέτουν, που πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία την διαιώνιση των προαναφερθέντων καταστάσεων εις το διηνεκές.

Στο πλαίσιο του ΓεΣΥ έχουν υπάρξει, αναντίρρητα και σημαντικές βελτιώσεις στην παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες. Το έχω πει πολλές φορές και το επαναλαμβάνω και τώρα. Εντούτοις, ακόμη και οι πιο φανατικοί υπέρμαχοι της μεταρρύθμισης ή και οι περισσότερο σκεπτικιστές που έδωσαν πίστωση χρόνου στην Πολιτεία για να εξομαλύνει τα κακώς κείμενα δε μπορεί να μην προβληματίζονται και να μη θλίβονται με όσα για ακόμη μία φορά προκύπτουν από τις παρατηρήσεις του Γενικού Ελεγκτή.

Προκύπτουν, επίσης, ερωτήματα τα οποία παραμένουν αναπάντητα, όπως π.χ. για το πως καταλήξαμε από την προκήρυξη θέσης για τον διορισμό νέου Οικονομικού Διευθυντή στον ΟΚΥπΥ τον Μάιο του 2020, με καθήκοντα μεταξύ άλλων την κατάρτιση του Επιχειρησιακού Σχεδίου και του ετήσιου προϋπολογισμού του Οργανισμού, στην εν τέλει ανάθεση της ετοιμασίας αυτού του Σχεδίου και των μεσοπρόθεσμων οικονομικών προβλέψεων του ΟΚΥπΥ σε ελεγκτικό οίκο.

Μπορεί όντως να βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο για το Σύστημα και τα νοσηλευτήρια, αν και είναι άγνωστο το για πόσο αυτή θα διαρκέσει τελικά. Μπορεί οι προτεραιότητες μας αυτήν την στιγμή να αφορούν, πολύ λογικά, τον έλεγχο και την αντιμετώπιση της έκτακτης υγειονομικής συνθήκης που δημιουργεί η πανδημία του κορωνοϊού. Ευθύνη όλων μας, όμως, είναι να μην επαναπαυόμαστε και να διεκδικούμε διαρκώς καλύτερη περίθαλψη, ασκώντας πίεση στη εκτελεστική εξουσία και τους ιθύνοντες για αλλαγές, βελτιώσεις και εξορθολογισμό. 

* BSC, MSc, PhD Iολόγος και Εκτελεστική Δ/ντρια της Διεθνούς Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας (ΔΟΘ)