Στις 4 του Φλεβάρη έφτασε στο νησί ο Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας εν όψει και της άτυπης-γενικά αποδεκτής, πενταμερούς. Ο κ. Raab είχε επαφές με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον ομότιμό του, τον κ. Χριστοδουλίδη, τον κ. Tatar στα κατεχόμενα και φυσικά με την κ. Spehar. Καλώς ο κ. Raab όφειλε ως εκπρόσωπος μιας εκ των τριών εγγυητριών δυνάμεων να προχωρήσει στις επαφές αυτές. Στα tweets του μάλιστα με το πέρας της κάθε επίσκεψης παρότρυνε σε μια ευέλικτη προσέγγιση και για τις δύο πλευρές στο τραπέζι τον συνομιλιών.
Πάντοτε η βρετανική πολιτική στην Κύπρο είχε φιλοτουρκική προσέγγιση. Οι γεωπολιτικές, οικονομικές και πολιτικές περιστάσεις ανέκαθεν έφερναν Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο εγγύτερα, από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και ύστερα. Η συνήθης αντιμετώπιση από δικής μας πλευράς ήταν παθητική, ίσως, ορισμένες φορές, στα όρια της υποτακτικής. Οι καιροί αλλάζουν όμως, ο κόσμος του Ψυχρού Πολέμου με τον κόσμο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και με τον σημερινό αποτελούν κόσμους διαφορετικούς. Οι ίδιοι παράγοντες σίγουρα αλλά σε διαφορετικές θέσεις και καταστάσεις. Καταστάσεις οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελός μας. Είναι ξεκάθαρο πως η πολιτική ηγεσία τόσο σε Κύπρο όσο και σε Ελλάδα έχει επιλέξει το στρατόπεδο της Δύσης. Ποιάς Δύσης όμως;
Οι ΗΠΑ, παγκοσμίως αποδεκτή ως ηγέτιδα του Δυτικού κόσμου είχε παγιδευτεί σε μια εσωστρέφεια επί διακυβέρνησης Τραμπ. Η νέα ηγεσία θα προσπαθήσει να επαναφέρει την επιρροή της σε διεθνές επίπεδο αλλά έχει εμπόδια τόσο εντός όσο και εκτός. Στο εσωτερικό θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα απομεινάρια τραμπικής περιόδου που οδήγησαν και στα πρωτοφανή για τις ΗΠΑ γεγονότα στο Καπιτώλιο. Ο διχασμός στην αμερικανική κοινωνία έχει πάρει τεράστιες και πολυεπίπεδες διαστάσεις. Οικονομικές, κοινωνικές, φυλετικές και δεν θα είναι εύκολο για τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο Μπάιντεν να βρει λύσεις. Στην εξωτερική πολιτική η διακυβέρνηση Τραμπ αν και έκανε σημαντικές και επικερδείς για τις ΗΠΑ κινήσεις, όπως οι νέες σχέσεις αραβικών κρατών και Ισραήλ, ράγισε παλιές συμμαχίες οι οποίες πλέον θα πρέπει να ανοικοδομηθούν εκ νέου και φυσικά υπό νέους όρους. Η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα και από τη Συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν ράγισαν την αξιοπιστία της και δημιούργησαν σκέψεις σχεδόν ‘’αντιαμερικανικές’’ σε παραδοσιακούς συμμάχους.
Η Γαλλία βλέποντας την αποχώρηση των ΗΠΑ από περιοχές όπου θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή η ίδια προχώρησε σε ενέργειες που την έφεραν σε σύγκρουση με την Τουρκία η οποία οσμίστηκε την ίδια ακριβώς ευκαιρία και ακολούθησαν τα γεγονότα με την γαλλική φρεγάτα, τον χαρακτηρισμό των Γκρίζων Λύκων στην Γαλλία ως παράνομη ομάδα και διάφορες ανταλλαγές χαρακτηρισμών μεταξύ Ερντογάν και Μακρόν. Αυτό θα έπρεπε-και ως ένα βαθμό έφερε τη Γαλλία-Ελλάδα-Κύπρο στο ίδιο στρατόπεδο με την αγορά στρατιωτικού υλικού τη διενέργεια κοινών ασκήσεων και πολιτικών δηλώσεων στήριξης του Ελληνισμού στην περιοχή. Μικρή αντίθεση απόψεων συντηρείται και εντός ΕΕ με αρχηγό την Γαλλία η οποία οραματίζεται μια πιο ανεξάρτητη ΕΕ από ότι η Γερμανία, η οποία επιμένει μεν στις δυνατές σχέσεις ΝΑΤΟ-ΕΕ αλλά ταυτόχρονα φλερτάρει με την Ρωσία μέσω του αγωγού NORD-STREAM 2.
Η άλλη ευρωπαϊκή δύναμη, περισσότερο οικονομική παρά στρατιωτική, η Γερμανία, διατηρεί ισχυρά συμφέροντα με την Τουρκία όπως και άλλες ευρωπαϊκές-δυτικές χώρες φυσικά. Εκτός όμως των ισχυρών οικονομικών δεσμών οι σχέσεις των δύο εκτείνονται και σε κοινωνικό επίπεδο καθώς στην Γερμανία ζει ένας τεράστιος αριθμός Τούρκων (με δικαίωμα ψήφου). Επίσης σημαντικός παράγοντας που καθορίζει τις ενέργειες για την Γερμανία είναι και το προσφυγομεταναστευτικό. Η γερμανική καγκελαρία τρέμει στην ιδέα ενός νέου κύματος προσφύγων και μεταναστών από την Τουρκία προς την Ευρώπη και ο Ερντογάν το γνωρίζει πολύ καλά.
Φτάνοντας στην ευρύτερη ευρωπαϊκή δύναμη, την ΕΕ, το μοναδικό που έχω να σημειώσω είναι η αναξιοπιστία και η αναποτελεσματικότητά της. Μια κατακερματισμένη οντότητα με πολλά και διάφορα συμφέροντα δεν μπόρεσε να αποκτήσει δική της προσωπικότητα. Μάλλον αποτελεί γερμανικό εργαλείο ουσιαστικά καθώς οι μικρότερες δυνάμεις, όπως και είθισται ιστορικά, αναζητούν καταφύγιο στη σκιά του ισχυρού, τον οποίο προσπαθούν να ικανοποιήσουν για να πάρουν ανταλλάγματα. Φυσικά στην ΕΕ τεράστια επιρροή έχει και η Γαλλία. Στις τελευταίες ωστόσο συναντήσεις κορυφής τα πράγματα ίσως να ήταν διαφορετικά χάριν της γαλλικής υποστήριξης εάν η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεγε να συμπαρασταθεί στη κυπριακή θέση επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία μέσω σύνδεσής τους με τις λευκορωσσικές.
Η Τουρκία, οραματιζόμενη μια νέα γεωπολιτική κατάσταση με την ίδια σε πρωταγωνιστικό ρόλο, έφερε τα πάνω κάτω στην περιοχή. Χρόνια τώρα είτε με την άμεση είτε με την έμμεση συγκατάθεση των ΗΠΑ δρούσε ως τοποτηρητής της περιοχής και επενέβαινε στρατιωτικά για την διαφύλαξη των, αρχικά δυτικών συμφερόντων και αργότερα-όπως πολύ συχνά αρέσκεται να μας υπενθυμίζει-των συμφερόντων και δικαιωμάτων της ιδίας και των Τουρκοκυπρίων. Με την ένοχη ανοχή της δυτικής ηγεσίας, κατάφερε να κερδίσει ένα ηγετικό ρόλο στον ισλαμικό κόσμο, κυρίως δε τον ακραίο, αποκτώντας μάλιστα και σχέσεις ”προστάτη-ηγέτη” με τρομοκρατικά χαρακτηριζόμενα σύνολα σύμφωνα με την κατά τ’άλλα σύμμαχη με την Τουρκία Δύση. Ως αποτέλεσμα των κλιμακούμενων επιθετικών της ενεργειών δημιουργήθηκε στην περιοχή μία νέα συμμαχία για την ανακοπή των τουρκικών επιδιώξεων. Η Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος, ΗΑΕ είναι μόνο μερικοί σημαντικοί παράγοντες στην περιοχή που είδαν να απειλούνται από την Τουρκία και με διάφορες συμφωνίες έφτασαν σε μια συμμαχική σχέση.
Δεν είναι δυνατό να μην γίνει αναφορά και στην Μεγάλη Βρετανία. Με ιστορική παρουσία αιώνων στην περιοχή, και φυσικά συμφερόντων, το πρώην μέλος της ΕΕ διατηρεί ακόμη στρατιωτικές βάσεις στο νησί μας, βάσεις οι οποίες μετά από αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση του Μαυρικίου ίσως να διατηρούνται παράνομα. Η επί Ψυχρού Πολέμου καταστάσεις και οι τώρα οικονομικές και γεωπολιτικές θέλουν τους Βρετανούς δίπλα στην Τουρκία. Ίσως και να είναι αυτός ο λόγος που ο κ. Raab στις τελευταίες του δηλώσεις αντίθετα στα ψηφίσματα των ΗΕ και του ΣΑ καλεί και τις δύο πλευρές σε ευελιξία εν όψει της πενταμερούς. Παράλληλα, οι σχέσεις ΕΕ και Βρετανίας λόγω αρχικά του Brexit πάνε από το κακό στο χειρότερο με τελευταίο παράδειγμα την ανταλλαγή κατηγοριών εν μέσω πανδημίας για τα εμβόλια.
Μετά από τη σύντομη αυτή καταγραφή ορισμένων σημαντικών δυνάμεων που ενεργούν στην περιοχή κυρίως του δυτικού στρατοπέδου, καθώς δεν αναφέρθηκα ούτε στη Ρωσία ούτε στην Κίνα, θέλω να τονίσω την έλλειψη συνοχής και συνεννόησης μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου όσον αφορά την εξωτερική πολιτική. Η ασυμφωνία των δύο ελληνικών κρατών κατά τις Συνόδους Κορυφής της ΕΕ είναι το τέλειο παράδειγμα. Ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία απαιτούσε την σύνδεση κυρώσεων στην Λευκορωσία με τις κυρώσεις στην Τουρκία, όχι μόνο δεν υποστήριξε την λογική αυτή θέση η ελλαδική κυβέρνηση, αλλά άσκησε και πιέσεις για απόσυρση της θέσης αυτής ούτως ώστε να ικανοποιηθούν τα γερμανοευρωπαϊκά θέλω. Αυτό τονίζει την άμεση ανάγκη σύστασης διακρατικής ομάδας εμπειρογνωμόνων που θα επιλαμβάνεται των ζητημάτων εθνικής ασφαλείας σε βραχυχρόνιο και μακροχρόνιο επίπεδο και θα μπορεί να εκδώσει προτάσεις και συμβουλές στις εκάστοτε κυβερνήσεις. Οι τακτικές που ακολουθούν τα διάφορα κόμματα σε Ελλάδα και Κύπρο, οι οποίες αλλάζουν κάθε φορά που αλλάζει και η κυβέρνηση, είναι επιτακτική ανάγκη να σταματήσουν. Είναι αυτές που οδήγησαν το Κυπριακό ζήτημα σε τέτοια κατάσταση που, αντί της δίκαιης λύσης με επιστροφή των προσφύγων και ελευθερία της πατρίδας, ακούμε τον ίδιο τον Πρόεδρο να μιλά για ”χαλαρή” ομοσπονδία και διάφορες άλλες αποχρώσεις ομοσπονδίας, λες και φοβάται να αποδεχτεί (όπως και άλλοι και σε Κύπρο και σε Ελλάδα) τον όρο συνομοσπονδία. Στο Αιγαίο, δε, έχουμε την μια υποχώρηση μετά την άλλη και ακούμε για κόκκινες γραμμές διαφορετικών αποστάσεων από διάφορους έχοντες την εξουσία.
Κάθε κράτος που θέλει να ελπίζει στην συνέχισή του οφείλει να προστατεύει τα συμφέροντά του και την κυριαρχία του. Όμως, χωρίς σταθερή στρατηγική, σχεδιασμένη από άτομα αναγνωρισμένου κύρους και γνώσεων και μακριά από μικροπολιτικές, κομματικές σκοπιμότητες που περισσότερο στόχο έχουν την επανεκλογή στις επόμενες εκλογές παρά το κοινό συμφέρον, τότε-και Ελλάδα και Κύπρος-απλά θα συνεχίσουν να δυσχεραίνουν την θέση τους.
* Διεθνολόγος.