1. Η «τουρκική» μειονότητα.  Από το οθωμανικό στο τουρκικό

Η παρουσία των Οθωμανών στο σημερινό βουλγαρικό χώρο, αποτέλεσε μία σημαντική παράμετρο για την πολιτική, οικονομική, κοινωνική και βεβαίως στρατιωτική ζωή. Πέρα από τις θεωρίες για τη εθνολογική συγγένεια  Βούλαγαρων και Τούρκων, η γειτνίαση του σκληρού πυρήνα της πρωτεύουσας του οθωμανικού κράτους με το βουλγαρικό εθνικό κέντρο, κράτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέλιξη του ζητήματος. Η Βουλγαρία έγινε ο χώρος όπου εγκαταστάθηκαν Οθωμανοί στρατιωτικοί και έποικοι, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό για τους Βούλγαρους και γενικώς τους πληθυσμούς της περιοχής. Σε δεύτερη φάση τα παιδομαζώματα και γενικώς οι πολιτικές θρησκευτικής και εθνικής αφομοίωσης,  οι βίαιοι εξισλαμισμοί (π. χ  οι Πομάκοι  οι οποίοι θεωρούνται σλαβικής καταγωγής πληθυσμός, ο οποίος με βίαιο ή μη τρόπο εξισλαμίσθηκε), συνέβαλλαν  στη διαμόρφωση μίας νέας κατάστασης εδραίωσης  του Ισλάμ και του οθωμανισμού- τουρκισμού.

Το  καθεστώς το οποίο επιβλήθηκε από την ΕΣΣΔ μετά  το Β΄ Παγκόσμιο  Πόλεμο και απαγόρευσε την απεριόριστη μετανάστευση της «τουρκικής» μειονότητας και ενίσχυσε, για άλλους δημιούργησε,  την τουρκική εθνική συνείδηση ανάμεσα στον μουσουλμανικό πληθυσμό.

Ωστόσο αργότερα επιβλήθηκαν απαγορεύσεις που προέρχονταν από τη γενικότερη αντίληψη που είχε επικρατήσει και θεωρούνταν ως τελειοποίηση και ολοκλήρωση της θεωρίας ομογενοποίησης της βουλγαρικής κοινωνίας.

Ως συνέπεια της πολιτικής του καθεστώτος, ένα μεγάλο τμήμα της μειονότητας επεδίωξε να φύγει, όταν της δόθηκε η σχετική άδεια προς τη Τουρκία τον Ιούνιο του 1989 με νόμο που είχε άμεση ισχύ. Η  έξοδος άγγιξε τις 315.000 και μεγάλος αριθμός κατευθύνθηκε προς την Τουρκία και ειδικά στο ευρωπαϊκό της μέρος  ( Ανατολική Θράκη και στη Κωνσταντινούπολη), ωστόσο φοβούμενη την εγκατάλειψη της Βουλγαρίας από το τουρκικό πληθυσμό το τουρκικό καθεστώς απαγόρευσε την είσοδό τους.

 Η πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος επέφερε την εμφάνιση νέων πολιτικών και κομματικών σχηματισμών . Ένας εξ’ αυτών που έπαιξε και συνεχίζει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο είναι το Dviženie za Prava i Svobodi [Κίνημα Δικαιωμάτων και Ελευθεριών- ΚΔΕ (DPS)], πολιτικός εκφραστής της μουσουλμανικής-«τουρκικής» μειονότητας, το οποίο στις πρώτες μετακομμουνιστικές εκλογές του 1991, αναδείχτηκε τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη. Προπομπός του ΚΔΕ υπήρξε το Τουρκικό Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα που είχε ιδρυθεί το 1985 από τον  Αχμέτ Ντογάν. Συνιδρυτές της ΚΔΕ είναι ο Γιουνάλ Λουφτσίεφ, ο Μουφτής Ν. Γκέντσε και ο γραμματέας της κίνησης Οσμάν Οκτάι.

Ο ηγέτης του ΚΔΕ ο Αχμέτ Ντογάν είναι ο κυρίαρχος του κινήματος, παρά τις κατά καιρούς κατηγορίες εναντίον του για σχέσεις του με μυστικές υπηρεσίες και το κομμουνιστικού καθεστώς.   Το  ΚΔΕ, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κόμματα, που ο σχηματισμός τους οφείλεται σε πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά αίτια, δημιουργήθηκε για την εκπροσώπηση της «τουρκικής» μειονότητας στο νέο πολιτικό σκηνικό της Βουλγαρίας.

Σύμφωνα με την ιδεολογική γραμμή του ΚΔΕ, σκοπός της ύπαρξής της είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μουσουλμάνων, της  παρουσίας τους και του πολιτισμού τους που καταπατήθηκε και υπονομεύτηκε από το καθεστώς. Σύμφωνα με τον Αχμέτ Ντογάν,  το  καθεστώς του ΚΚΒ δεν αναγνώρισε τα  δικαιώματα της μειονότητας και επέβαλλε περιοριστικά μέτρα, υποβαθμίζοντας την προσφορά της μειονότητας.

Τα κυριότερα αιτήματα του φορέα συνοψίζονται στην επαναφορά των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που είχαν καταργηθεί το κομμουνιστικό καθεστώς, όπως η διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας, του πολιτισμού και της ιστορίας, του Ισλάμ, η καθιέρωση των μουσουλμανικών εορτών ως επίσημων αργιών και η ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τελετών, η διατήρηση των μνημείων τους και  η ελεύθερη δημόσια χρήση της τουρκικής γλώσσας στα μέσα ενημέρωσης. 

Ο πολιτικός φορέας του ΚΔΕ διοικείται από το Κεντρικό Συμβούλιο, τα περιφερειακά γραφεία διοίκησης και τις τοπικές επιτροπές. Το ανώτερο όργανο της ΚΔΕ, το οποίο συνέρχεται κάθε τρία χρόνια είναι η εθνική διάσκεψη των μελών της, όπου καθορίζονται οι στόχοι και αξιολογούνται τα έργα της.

Το ΚΔΕ αντιμετώπισε  εμπόδια όσον αφορά τη συμμετοχή της στη διαδικασία, καθώς μετά την πτώση του ΚΚΒ  απαγορευόταν με συνταγματική ρύθμιση που συνοδευόταν και από δικαστική απόφαση. Τελικά εγκρίθηκε η συμμετοχή του κόμματος στην εκλογική διαδικασία με την αιτιολογία ότι συμμετείχε και στην αντίστοιχη αναμέτρηση του 1990. Η  πίεση, από την Τουρκία, ΗΠΑ, Γερμανία και άλλες χώρες,  που ασκήθηκε για την διάταξη 4 του άρθρου 11 του Συντάγματος αποτελεί την κύρια αιτία αλλαγής του κλίματος τη συμμετοχή του ΚΔΕ στην εκλογική διαδικασία, παρά τις αντιρρήσεις του Bălgarska Socialističeska Partija [Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (BSP, BΣΚ, μετονομασία του πρώην Κομμουνιστικού Κόμματος],  το οποίο υποστήριξε  ότι η Τουρκία θα παρέμβαινε στα πολιτικές εξελίξεις χώρας.

Στην περίοδο Δεκεμβρίου  1990-Οκτωβρίου  1991, η Βουλγαρία  κυβερνήθηκε από το συνασπισμό της Saiuz na demokratichnite sili [Ένωση Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDS, ΕΔΔ), με έντονα αντικομμουνιστική υφή], του BΣΚ και του Αγροτικού Κόμματος (πρώην συμμάχου του Κομμουνιστικού Κόμματος).

Στην επόμενη περίοδο, σημειώθηκε εναλλαγή στην κυβέρνηση των δύο κομμάτων, της SDS και του BSP, μάλιστα πολλές φορές . Ωστόσο, και οι δύο πολιτικοί σχηματισμοί δεν μπόρεσαν να προσφέρουν ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης στη χώρα. Εξάλλου, οι προσπάθειες της Βουλγαρίας να προσεγγίσει την Ε.Ε. και το ΝΑΤO προκάλεσαν επιφυλάξεις  της Ρωσίας, που γνώριζε ότι αυτή η χώρα θα μπορούσε να έχει  κεντρική θέση στη νέα χωροταξία  μεταφοράς ενέργειας.

Το γεγονός ότι τα εκλογικά αποτελέσματα για το  ΚΔΕ ήταν ενθαρρυντικά καθώς κατάφερε να συγκεντρώσει 23 έδρες σε σύνολο 240 έδρες, έγινε ρυθμιστική δύναμη για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το ΚΔΕ  επωφελήθηκε της συσπείρωσης του μειονοτικού στοιχείου ευνοήθηκε και από την ιδιωτικοποίηση των κρατικών γαιών και την αναδιανομή τους, μέτρα τα τα οποία θεωρήθηκαν πλήγματα κατά των μουσουλμάνων.

Ήδη το μετακομμουνιστικό καθεστώς αναγνωρίζει τη μουσουλμανική μειονότητα ως τουρκική μειονότητα, η οποία κατά την απογραφή του 1992, σε 1.026.000 άτομα (12% του συνολικού πληθυσμού της χώρας). Ποσοστό που παρά τη μεγάλη μετανάστευση του πληθυσμού της Βουλγαρίας συνεχίζει να είναι σχεδόν το ίδιο αφού η δημογραφία των μουσουλμάνων διαφοροποιείται σε σχέση με τον πλειονοτικό πληθυσμό.

Το 2001 το ΚΔΕ καταφέρνει να αποσπάσει το 7,5% των ψήφων και να εκλέξει 21 βουλευτές. Η αναβάθμιση της ΚΔΕ από ένα πολιτικό σχηματισμό που συμμετείχε στο κυβερνητικό συνασπισμό σε κόμμα συγκυβέρνησης με την απονομή υπουργικών θέσεων προκάλεσε τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Η συμμετοχή  του ΚΔΕ αποτέλεσε  καινοτομία για τη  Βουλγαρία που στόχευε σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό (και πρώην βασιλιά) Συμεών στη παύση των εθνοτικών  διαφορών στη χώρα.

Στις εκλογές του 2005 το ΚΔΕ αποσπά το 14% των ψήφων (471.000 ψήφοι) και εκλέγει 34 βουλευτές. Στις ευρω-εκλογές του 2007 (μετά την είσοδο της Βουλγαρίας στην Ε.Ε) το ΚΔΕ, τα οργανωμένα μέλη του οποίου φτάνουν τις 68.000, εκμεταλλεύεται τη «χαλαρή» ψήφο και αποσπά το ποσοστό του 20% των ψήφων εκλέγοντας  4 ευρωβουλευτές. Οι Ευρωβουλευτές του ΚΔΕ δε θα διστάσουν να «καταγγείλουν» στην Ε.Ε.,  ελληνικές ενέργειες ή παραλείψεις σε σχέση με τους μουσουλμάνους   στη Θράκη ή να προωθήσουν ψηφίσματα υπέρ της «Μακεδονίας».

Η σταδιακή αύξηση της πολιτικής επιρροής του ΚΔΕ και η συσπείρωση της «τουρκικής» μειονότητας   είχε αποτέλεσμα και σε τοπικό επίπεδο, όπου οι μουσουλμάνοι  ελέγχουν όλους τους Δήμους στις τουρκόφωνες περιοχές της Βουλγαρικής Ροδόπης.

Ο ρυθμιστικός ρόλος του ΚΔΕ στο πολιτικό σύστημα και οι σχέσεις  με την Τουρκία, αποτελούν ήδη ένα συγκεκριμένο δεδομένο στη χώρα, γεγονός που επηρεάζει και την πολιτική των δύο κύριων κομμάτων που εναλλάσσονται στην κυβέρνηση και στην προεδρία.

 

4. Η Τουρκία και η «τουρκική» μειονότητα

Οι μεγάλες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές στις χώρες της Χερσονήσου του Αίμου μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, δημιούργησαν νέες συνθήκες τις οποίες έσπευσε να επωφεληθεί η Τουρκία. Στην πρώτη περίοδο που ακολούθησε την πτώση, δημιουργήθηκε από την τουρκική πολιτική ένα πλαίσιο επανασύνδεσης με το οθωμανικό παρελθόν, με τους τουρκικούς πληθυσμούς και τις ομόθρησκες κοινότητες. Στην Βουλγαρία όπως και σε άλλες χώρες της περιοχής, δόθηκαν ενισχύσεις για την επανασύνδεση του πληθυσμού με το Ισλάμ, με την επισκευή και την ανακατασκευή χώρων λατρείας που υπενθύμιζαν την οθωμανική κληρονομιά. Ταυτόχρονα υλοποιήθηκαν προγράμματα στρατιωτικής, οικονομικής και άλλης μορφής συνεργασίας και η Τουρκία αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει την πολιτική προστασίας των τουρκικών-μουσουλμανικών πληθυσμών. Αυτό έγινε γνωρίζοντας το άτοπο του επιχειρήματος την ώρα που οι συγκρούσεις με ισλαμικές δυνάμεις (Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ) και άλλες ομάδες ήταν ορατές.

Είναι γεγονός ότι στη Βουλγαρία, οι τουρκικές κινήσεις στην πρώτη περίοδο μετάβασης ήταν πιο επιθετικές αφού το καθεστώς Ζίφκοφ υπεύθυνο (;) για τη φυγή χιλιάδων Τούρκων είχε καταρρεύσει και τώρα υπήρχε ελευθερία πολιτικής δράσης από την τουρκική πλευρά. Τα νέα βουλγαρικά δεδομένα άνοιξαν το δρόμο στην Τουρκία, η οποία με όπλο την κρίσιμης σημασίας πληθυσμιακή μάζα Τούρκων και μουσουλμάνων (Πομάκοι, Ρομά), συμμετείχε στις διάφορες κυβερνήσεις συνασπισμού καταλαμβάνοντας καίριους υπουργικούς θώκους.

Η δεύτερη περίοδος της τουρκικής πολιτικής στα Βαλκάνια, η οποία ξεκινά με την νατοϊκή επέμβαση το 1999 στη Σερβία και το Κοσσυφοπέδιο ανοίγει ένα νέο κύκλο.

Στη Βουλγαρία η διαχρονική παρουσία στα πολιτικά δρώμενα της τουρκικής μειονότητας επιτρέπει στην Τουρκία να δίνει πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα στη δράση της. Αρχηγοί κομμάτων, βουλευτές, δήμαρχοι, μουφτήδες, και άλλοι παράγοντες της βουλγαρικής πολιτικής ζωής- χριστιανοί και μουσουλμάνοι- είναι προσανατολισμένοι προς την Τουρκία, αφού η σημερινή κατάσταση δεν επιτρέπει άλλες απόψεις. Η διαρκής συμβολή της τουρκικής μειονότητας σε όλες τις μεταβατικές κυβερνήσεις της Βουλγαρίας, συνιστούν ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αλλοιωθεί, αντίθετα η τουρκική παρουσία ενισχύεται και αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις και σε περιοχές χωρίς τουρκικούς ή τουρκόφωνους πληθυσμούς (κεντρική και βόρεια Βουλγαρία).

Το άλλο σκέλος της παρουσίας της Τουρκίας αφορά την οικονομία. Πάνω από 3.000 τουρκικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στη Βουλγαρία,  ενώ ο αριθμός των Τούρκων επιχειρηματιών που ζει στη Βουλγαρία ξεπερνά τους 2.500. Το διμερές εμπόριο ξεπέρασε τα 6 δις δολάρια το 2010,  ενώ το 15% των εξαγωγών της Βουλγαρίας κατευθύνονται στην τουρκική αγορά καθιστώντας την τον πρώτο εμπορικό εταίρο της Βουλγαρίας. Οι επενδύσεις τουρκικών επιχειρήσεων στη Βουλγαρία ξεπέρασαν τα 700 εκ. δολάρια, ενώ την τουρκική  οικονομική παρουσία   εμβαθύνει ο αγωγός φυσικού αερίου Nabucco που θα διασχίζει την Τουρκία, τη Βουλγαρία έως την Αυστρία με τις ευλογίες των ΗΠΑ και Ε.Ε.

Οι ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις καταλήγουν σε τουρκικές πολυεθνικές, οι οποίες είτε προσδοκούν να λειτουργήσουν μονοπωλιακά σε μία οικονομία υπό ένταξη στην ΕΕ, ενώ η θρησκευτική παράμετρος και η κοινή γλώσσα ωθούν το τουρκικό κράτος αφενός να επενδύει σε επισφαλή εγχειρήματα από πλευράς οικονομίας, αφετέρου να προσδοκά πολιτικά οφέλη.

Έτσι στην οικονομική παρέμβαση θα πρέπει να προστεθεί και αυτή που στοχεύει στην πολιτική παρουσία της Τουρκίας.  Γνωρίζοντας ότι η Βουλγαρία αποτελούσε μία ιδιαιτερότητα στην περιοχή αλλά και στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η Τουρκία συμπεριφέρεται με μεγάλη συμπάθεια και ζήλο για τους τουρκικούς πληθυσμούς, συναισθήματα που κορυφώνονται με την έναρξη των ένοπλων συγκρούσεων. Γρήγορα όμως αντιλαμβάνεται ότι διαπράττει τα ίδια λάθη όπως και αλλού στην περίοδο μετάβασης (μουσουλμανικές δημοκρατίες της τ. ΕΣΣΔ) και κινούμενη προσεκτικότερα δημιουργεί εκείνες τις συνθήκες για συμμαχίες, κοινές πορείες και στρατηγικές, με δυνάμεις που επιδιώκουν μία πιο «διακριτική» προώθηση των συμφερόντων της. Έτσι δεν όξυνε τα πολιτικά πάθη στη Βουλγαρία, παρότι το τουρκικό κόμμα έχει τον κεντρικό ρόλο. Γνωρίζοντας τις νέες συνθήκες επιζητεί την ισχυρή παρουσία με άξονες τα κεμαλικό- οθωμανικά  στοιχεία των Ερντογάν- Νταβούτογλου,  αποφεύγοντας συνήθως τις εντυπωσιακές ενέργειες που χαρακτήριζαν την πρώτη χρονική φάση μετά την πτώση των  κομμουνιστικών καθεστώτων (περιοδεία Οζάλ το 1993).

 

5. Συμπεράσματα και προοπτικές

Σε ότι έχει σχέση με το εσωτερικό περιβάλλον  μετά την πτώση του καθεστώτος,  υπάρχει η  άποψη ότι  υπάρχει βελτίωση της θέσης της «τουρκικής» μειονότητας και γενικώς των μουσουλμάνων πολιτών της Βουλγαρίας. Και αυτό με την εφαρμογή θεσμών και  διεκδίκηση των δικαιωμάτων της με τη δημιουργία του ΚΔΕ. Η  Βουλγαρία προωθεί,  πιεζόμενη από το εσωτερικό και το εξωτερικό,  την ένταξη των μειονοτικών πολιτών στο κοινωνικό πλαίσιο. Οπωσδήποτε ακόμη κι αν η βούληση είναι ισχυρή, οι διαδικασίες προσαρμογής  της κοινωνίας απαιτούν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από μία απλή νομική επικύρωση των δικαιωμάτων. Μάλιστα αυτό γίνεται έντονο σε συνθήκες όπως αυτές που επικράτησαν στις εθνοτικές συγκρούσεις μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών, τον  Οκτώβριο του 2011.

Μάλιστα συχνά- πυκνά το ΚΔΕ εκφράζει  εθνικιστικά μηνύματα, που  ενισχύουν την άποψη στη Βουλγαρία, σχετικά με το ρόλο της Τουρκίας.

Η «τουρκική» μειονότητα όπως και η συνδεόμενη με αυτήν  τουρκική πολιτική  αποτελεί σημαντική παράμετρος για τις εξελίξεις στη Βουλγαρία. Και αυτό παρατηρείται όχι μόνο στο πεδίο της επιβίωσης των τουρκικών πληθυσμών, της θρησκευτικής συγγένειας ή της οικονομικής διείσδυσης, αλλά κυρίως στο πεδίο της δραστηριότητας, του προγραμματισμού και των πολιτικών αποτελεσμάτων. Μείγμα της τουρκικής πολιτικής που το ένα της μάτι έχει στραφεί προς τη Δύση, και το άλλο στα Βαλκάνια, αφού δεν παύει να ανήκει στην περιοχή και η ασφάλειά της να εξαρτάται από την εξέλιξη αυτής της περιοχής που αποτελείται από αδύναμα κράτη. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η Βουλγαρία παραμένει προβληματική ζώνη και παρεμβαίνει εκεί όπου νομίζει ότι απαιτείται ή το επιβάλλει η ιστορία της και ο ρεαλισμός. Στο θεσμικό ζήτημα, στις εύθραυστες πολιτικές δομές,  στα άλυτα οικονομικά προβλήματα και στη μεγάλη κοινωνική εξαθλίωση.