Εδώ και 100-150 χρόνια ο θεσμός του δημόσιου σχολείου, υπάρχει σε σχεδόν όλες τις χώρες του κόσμου. Σκοπός λειτουργίας του είναι η ευρύτερη πρόσβαση μαθητών, από όλες τις κοινωνικοοικονομικές ομάδες, στο δικαίωμα της εκπαίδευσης. Έτσι και στην χώρα μας, μας παρέχεται αυτό το λειτούργημα, εδώ και δεκαετίες. Ήταν μια επιτυχία για την Κύπρο, αφού δημιούργησε γενιές Κυπρίων, με ψηλά ποσοστά ενηλίκων με τριτοβάθμια εκπαίδευση και ψηλά ποσοστά εργαζομένων στον τριτοβάθμιο και τεταρτοβάθμιο τομέα. Ωστόσο σε ένα ραγδαία μεταλλασσόμενο κόσμο, το δημόσιο σχολείο, με τα αργά σκουριασμένα γρανάζια του, χάνει έδαφος. Γιατί όμως η δημόσια εκπαίδευση εχει απογοητεύσει εμάς τους μαθητές και εκπαιδευτικούς τα τελευταία χρόνια;
Κάθε χρόνο τα σχολεία μας, αποτυγχάνουν να καλύψουν τις ανάγκες των μαθητών, κρατώντας χαμηλές τις προσδοκίες και προκαλώντας δυσανασχέτηση στους μαθητές. Φτωχές προσπάθειες για, υλοποίηση εξετάσεων τετραμήνων, ενιαίο προγραμματισμό, καθιέρωση διδακτικής ύλης κλπ. είναι τα ελάχιστα από τα προβλήματα μας. Κάνοντας μια επίσκεψη σε δημόσιο σχολείο στην Κύπρο, θα βλέπατε αίθουσες με υγρασία αντί για κλιματιστικά, σε μια χώρα οπού τους καλοκαιρινούς μήνες, θερμοκρασίες άνω των 30οc είναι σύνηθες φαινόμενο. Θα βλέπατε εγκαταστάσεις που έτυχαν περισσότερου βανδαλισμού, παρά ανακαινίσεων. Αλλά το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η παιδεία στην Κύπρο είναι η ολοκληρωτική πολιτική του σχολικού συστήματος. Σχολεία στο κέντρο της Λευκωσίας και της Λεμεσού ακολουθούν το ίδιο πρωτόκολλο και την ιδιά κεντρική διοίκηση, με επαρχιακά σχολεία στην ορεινή Τριμίκληνη ή στον απομονωμένο πύργο της Τυλληρίας. Ίδια αντιμετώπιση, διαφορετικές ανάγκες. Αν μεγεθύνουμε την εικόνα μέσα σε ένα σχολείο, οποιοδήποτε σχολείο, θα παρατηρήσουμε μια παρόμοια τάση, ένα παρόμοιο ολοκληρωτισμό. 300 μονόχρωμα ανθρωποειδή , επαναλαμβάνουν μηχανικά την παπαγαλία που τους υπαγορεύουν. Δεν θα ήταν υπερβολικό να τα παρομοιάζαμε με ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα…δωρεάν για όλους, ψευδή αίσθηση δημοκρατίας, με μονάχα συμβολική σημασία. «Δεν μπορώ να κάνω κάτι, το υπουργείο…» κάτι που ακούω συχνά από τους καθηγητές μου. Και πάλι, ίδια αντιμετώπιση, διαφορετικές ανάγκες…η απογύμνωση του ατόμου μας. Πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση;
Στα δημόσια σχολεία φοιτούν το 85% (ανακριβείς αριθμοί) των μαθητών. Για ένα λειτούργημα φτιαγμένο, κυρίως για να εξυπηρετεί τους μαθητές από λιγότερο προνομιούχες οικογένειες, έχει υπερφορτωθεί. Και σε συνδυασμό με τον κακό χειρισμό των πόρων και των αδιάφορων υπαλλήλων-γραφειοκρατών, δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσουν τα αποτελέσματα που βλέπουμε. Όπως και πολλά άλλα προβλήματα στον τόπο μας, έτσι και αυτό αποδίδεται στην, επικεντρωμένη στο κράτος, πολιτική, όπου βασιζόμαστε στο κράτος περισσότερο απ’ ότι πρέπει. Κάποιος με στοιχειώδη γνώση στα οικονομικά, θα συμφωνούσε με το πόσο έχουν βελτιώσει και εξελίξει την ποιότητα ζωής των Κυπρίων, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και οργανισμοί, όχι μόνο για την συνεισφορά τους στην οικονομία, αλλά και με τις υπηρεσίες και αγαθά που μας προσφέρουν, βασικά και μη. Αυτό οφείλεται στην ριζική διαφορά που έχουν, ο δημόσιος τομέας με τον ιδιωτικό τομέα. Ένας ιδιοκτήτης ή μέτοχος ιδιωτικής επιχείρησης ή οργανισμού έχει, ίσως, το ισχυρότερο κίνητρο για να παρέχει τις καλύτερες υπηρεσίες, στις καλύτερες τιμές. Το κέρδος. Με τον ίδιο τρόπο και ένας ιδιωτικός υπάλληλος, έχει ως κίνητρο, για την απόδοση του, το μέλλον του στην επιχείρηση, συνεπώς το κέρδος του και η ποιότητα ζωής του. Σε αντίθεση, ένας απρόσωπος γραφειοκράτης-υπάλληλος του κράτους, που δουλεύει σε ένα άνετο κλιματιζόμενο γραφείο και έχει να πατήσει σε δημόσιο σχολείο από τότε που αποφοίτησε το λύκειο, έχει μηδέν κίνητρο, αφού εισπράττει τον σταθερό μισθό του κάθε μήνα, ανεξαρτήτως της εργασιακής απόδοσης του. Από αυτούς εξαρτάται, το 85% του Κυπριακού μαθησιακού πληθυσμού. Αυτό δεν κάνει τα σχολεία μας μόνο δυσλειτουργικά, τα κάνει και αργά στην εφαρμογή. Οποιαδήποτε πράξη ή δράση, για αλλαγή ή προσαρμογή που αφορά το σχολείο, για τους μαθητές, χρειάζεται να περάσει από γραφειοκρατία στα «κεντρικά» και από τις χρονοβόρες διαδικασίες, τήρησης πρωτοκόλλων. Γενικότερα αυτή η εξάρτηση από ένα αναξιόπιστο κράτος, θυμίζει περισσότερο σοσιαλιστική-μαρξιστική χώρα παρά δυτική, Ευρωπαϊκή, φιλελεύθερη χώρα. Και όπως μας διδάσκει η ιστορία, κανένα μαρξιστικό σύστημα δεν πέτυχε ποτέ. Το είδαμε με Ρωσία, Κίνα, Βιετνάμ, Βενεζουέλα, Κούβα, Βραζιλία, Αργεντινή, Γερμανία, Ιταλία και όχι μόνο… Τι προτείνω λοιπόν;
Η πρόταση που έχω να κάνω θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και ακραία. Αλλά ένα ακραίο πρόβλημα, απαιτεί ακραίες λύσεις και αλλαγές, που θα μπορούσαν να σώσουν γενιές Κυπρίων μαθητών από τον γκρεμό, προς τον οποίο οδηγούμαστε. Προτείνω λοιπόν, την ιδιωτικοποίηση της παιδείας. Ένα ιδανικό σενάριο θα ήταν το εξής. Ανακοινώνεται το κλείσιμο των δημόσιων σχολείων, μέσα στα επόμενα 3 χρόνια. Το 85% των μαθητών της χώρας μένουν χωρίς σχολείο, δημιουργώντας μια μεγάλη ζήτηση. Και στην αγορά όπου υπάρχει ζήτηση, έρχεται και η προσφορά. Έτσι ο ιδιωτικός τομέας της εκπαίδευσης βλέπει μια εντατική επέκταση και ως αποτέλεσμα δημιουργούνται συγκυρίες του φαινομένου που λέγεται «Τέλειος Ανταγωνισμός», όπου μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ των σχολείων, για τους μαθητές, που μεταφράζονται σε κέρδος, οι μαθητές θα παρέχονται πολλαπλές επιλογές σχολείων με άριστη εκπαίδευση, στις καλύτερες τιμές. Ο ανταγωνισμός είναι από τους κινητήριους μηχανισμούς για την ανθρώπινη πρόοδο σε κάθε χώρο και τομέα. Το κράτος δεν θα πατά τον ανταγωνισμό αλλά θα τον ενισχύει προσφέροντας φορολογικά κίνητρα σε σχολεία που πληρούν ορισμένα κριτήρια, ως προς τα δίδακτρα και την επίδοση-αποτελέσματα των μαθητών. Επιπρόσθετα αυτά τα φορολογικά κίνητρα θα ελαχιστοποιήσουν τις πιθανότητες σχηματισμού «καρτέλ» ή αλλιώς οργανωμένου μονοπωλίου, παρόμοιο με εκείνο του δημόσιου σχολείου. Ποιο θα ήταν το κόστος των διδάκτρων; Αν και δεν έχω την αυθεντία στα οικονομία, ένας πρόχειρος υπολογισμός θα ήταν, από €6000-€10000 που στοιχίζουν τώρα, κάτω στα €2000-€6000. Και πάλι στους περισσότερους από εμάς δεν μας περισσεύουν €3000 ή ακόμη και €2000 τον χρόνο. Ή μήπως ναι; Τα έξοδα του μέσου μαθητή μόνο πάνω σε φροντιστήρια ξεπερνούν τις €3000 τον χρόνο. Και με την επίτευξη του υψηλού επιπέδου διδασκαλίας, η ανάγκη για φροντιστήριο ελαχιστοποιείται, καλύπτοντας έτσι την ζημιά. Δεν παραλείπω όμως, τους μαθητές, που ανήκουν σε οικογένειες άπορες ή χαμηλού εισοδήματος. Εκείνους για τους οποίους δημιουργήθηκε ο θεσμός της δωρεάν δημόσιας εκπαίδευσης. Οικογένειες που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια, θα δικαιούνται χρηματοδότησης-βοηθήματος από το κράτος, από τους πόρους που θα προορίζονταν για τα δημόσια σχολεία.
Ως μαθητής, ίσως να είμαι αφελής, δεν ξέρω… Ίσως η ιδέα μου στα αλήθεια να είναι μια θεωρητική ασυναρτησία, γραμμένη από ένα απλό 16χρονο. Προσωπικά, είμαι περίεργος να συζητήσω και να διαφωτιστώ, σχετικά με το θέμα με κάποιο αρμόδιο, ο οποίος μπορεί να με βγάλει από την μαθητική μου άγνοια. Ίσως, να είμαι πολύ μικρός για αυτά τα θέματα, δεν είναι της ηλικίας μου αυτά. Εξάλλου το θέμα δεν αφορά τους μαθητές…