Η καλλιέργεια και εμπέδωση παραγωγής γνώσης, δημιουργικότητας και καινοτομίας στην Κύπρο, στα πλαίσια εφαρμογής του τριπλού έλικα «πανεπιστήμια-(δια)κυβέρνηση-βιομηχανία/κοινωνία», δημιουργεί συνθήκες για ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας.
Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της προσέγγισης είναι (α) η εκκόλαψη ενός νέου μοντέλου αναπτυξιακής πολιτικής με στρατηγικό άξονα την Κοινωνία και Οικονομία της Γνώσης, και (β) η μεγιστοποίηση εύκρατων συνθηκών μετεξέλιξης καθώς και αναπροσαρμογής ολόκληρου του οικοσυστήματος, προκειμένου να συγκροτηθεί κατάλληλα το στάδιο της συνδημιουργίας με τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Η συνδρομή των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων είναι κομβικής σημασίας σε ό,τι αφορά στην παραγωγή, μεταφορά έρευνας και εφαρμογή της γνώσης, ως επίσης και στα πολύπτυχα οφέλη που προκύπτουν από την συνεργασία του τριπλού έλικα μεταξύ πανεπιστημίων, κυβερνητικών οργανισμών και επιχειρήσεων-κοινωνίας
Άλλωστε τα κυπριακά πανεπιστήμια, προκειμένου να επιβιώσουν, διαφοροποιηθούν και διακριθούν στο άκρως ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον, πρέπει να τύχουν εξορθολογισμένης (δια)κυβερνητικής διαχείρισης, τέτοιας ακριβώς που να συνάδει με την στροφή ολόκληρης της πολιτείας προς την Κοινωνία και την Οικονομία της Γνώσης.
Για για την Κύπρο αποτελεί μονόδρομο και, συγχρόνως, μοναδική και, ενδεχομένως, έσχατη ευκαιρία, ιδιαίτερα σε μια υπό διαρκή μετασχηματισμό μεταπανδημική περίοδο. Θεωρώ πως διανύουμε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας. Η υφιστάμενη συναίνεση και συναντίληψη περί της Κύπρου ως περιφερειακού κέντρου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αποτελεί μια κατάκτηση που ωστόσο χρήζει ειδικής πολιτικής, εκπαιδευτικής και οικονομικής επεξεργασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο οφείλουμε bona fide να εγκαταλείψουμε όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς κάθε υπερβάλλοντα κομματικό -και μη- ζήλο, ιδεοληψίες, άγονες αντιπαραθέσεις, όπως βέβαια και κάθε προβολή στρεψόδικου, πλασματικού ή/και προσχηματικού επιχειρήματος που αναβάλει επ’ αόριστον ή ακυρώνει στρατηγικούς στόχους βιωσιμότητας και εύτακτη λειτουργίας.
Επί σειρά ετών, για παράδειγμα, συζητούσαμε και ζητούσαμε είτε ως πανεπιστήμια είτε ως Σύνοδος των Πρυτάνεων μια θεσμική οργανωτική δομή για τη συστηματική και μεθοδική προώθηση του πολυετούς στρατηγικού στόχου της Κύπρου ως περιφερειακού κέντρου πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Αμφιβάλλω αν μέσα στους δύο-τρεις μήνες που ολοκληρώνεται 2020 θα έχει υλοποιηθεί η συγκρότηση ενός τέτοιου θεσμικού οργάνου. Στη Ευρώπη, φερ’ ειπείν, τα τελευταία χρόνια έγινε αντιληπτό πως η διασπορά και προσφορά των ίδιων γνωστικών προγραμμάτων από πολλά πανεπιστήμια της ίδιας χώρας έχει τελικά αρνητικές, αν όχι δραματικές επιπτώσεις τόσο σε ποιοτικό εκπαιδευτικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο βιωσιμότητας των ίδιων των προγραμμάτων σπουδών. Η βιωσιμότητα των πανεπιστημίων στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την εντεινόμενη και εκτεινόμενη οικονομική κρίση, έχει οδηγήσει χώρες και πανεπιστήμια σε αναπροσαρμογή της πανεπιστημιακής πολιτικής. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Ένωση Πανεπιστημίων (EUA) από τον Οκτώβρη του 2018 δημιούργησε το EUA’s “University Efficiency Hub”. Πρόκειται για μια διαδικτυακή πύλη που δίνει τη δυνατότητα στα πανεπιστήμια και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής σε όλη την Ευρώπη, να ανταλλάσσουν γνώσεις και πρακτική εμπειρία σχετικά με την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Ταυτόχρονα, το «Παρατηρητήριο Δημόσιας Χρηματοδότησης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης Πανεπιστημίων (EUA) υποδεικνύει ότι η εντεινόμενη οικονομική κρίση οδήγησε πλείστες χώρες να μειώσουν τη δημόσια χρηματοδότηση για πανεπιστήμια.
Στο μεταξύ στην Κύπρο, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας εξέτασε τους «περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Δίδακτρα)» κανονισμούς σε εννέα συνεδρίες της (μεταξύ 25 Σεπτεμβρίου 2019 και 16 Ιουλίου 2020) με στόχο την τροποποίηση των υφιστάμενων, ώστε να επέλθουν σε αυτούς βελτιώσεις. Να σημειωθεί πως όσες ρυθμίσεις συμφωνηθούν θα ισχύουν σε όλα τα δημόσια πανεπιστήμια.
Δεν γνωρίζω αν η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει συμβουλευτεί το «Παρατηρητήριο Δημόσιας Χρηματοδότησης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης Πανεπιστημίων. Κατά τη γνώμη μου θα ήταν αναγκαία καλό να έχει γίνει. Σε κάθε περίπτωση, μολονότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις για την εισαγωγή στα δημόσια πανεπιστήμια προπτυχιακών προγραμμάτων στην αγγλική γλώσσα βρίσκονται σε γενικές γραμμές προς την ορθή κατεύθυνση -συμβάλλοντας θετικά στη διεθνοποίηση και ανταγωνιστικότητα των δημοσίων πανεπιστημίων -, εντούτοις πριν την οποιαδήποτε απόφαση θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη ορισμένα βασικά και ουσιώδη ζητήματα. Ένα εξ αυτών αφορά στα δίδακτρα για τα προγράμματα που θα εισαχθούν στα αγγλικά. Η εν λόγω πρόνοια πρέπει να διαφοροποιηθεί έτσι ώστε τα δίδακτρα να υπολογίζονται στη βάση των πραγματικών δαπανών και όχι χαμηλότερα. Άλλωστε η ύπαρξη μιας τέτοιας πρόνοιας λειτουργεί αποτρεπτικά στον τοξικό ανταγωνισμό που επιχειρεί είτε χρέωση αδικαιολόγητα χαμηλών διδάκτρων, είτε μηδενική χρέωση. Ειδικότερα σε μια περίοδο που, για διάφορους λόγους, συρρικνώνονται οι δημόσιες δαπάνες στα πανεπιστήμια της Ευρώπης αλλά και διεθνώς. Επιπλέον, στην προσπάθεια προσέλκυσης φοιτητών θα πρέπει να αποφευχθεί κάθε διασπορά αθέμιτου ανταγωνισμού που κολάζεται από τον κυπριακό νόμο αλλά και από τον υπέρτερο του κυπριακού, που είναι ο κοινοτικός.
Εν κατακλείδι, δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Εδώ και μερικά χρόνια έχουν κυριολεκτικά πετύχει ισχυρούς δεσμούς και σημαντικές συνεργασίες, όπως λόγου χάρη κοινοπραξιών στον τομέα των βιβλιοθηκών, σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα , σε πολιτισμικές εκδηλώσεις, σε ακαδημαϊκές εκπροσωπήσεις κλπ. Σπεύδω παράλληλα να υπογραμμίσω πως η συνεισφορά της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στο ΑΕΠ της Κύπρου άγγιξε ήδη το 5% (ξεπερνώντας το €1 δισ.), αναμένοντας πάντοτε -με την κατάλληλη πολιτική- να ανέλθει εντός της πενταετίας στο 7%. Αναμφίβολα τα δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια εκκολάπτουν ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, που έχει ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία της η Κύπρος.
*Πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου.