Το 2017, περίπου 5000 σοβαρά ποινικά αδικήματα αναφέρθηκαν στην αστυνομία από τα οποία 54% κατά της περιουσίας. Υπήρχαν 5071 δράστες, 80% άρρενες, 51% Κύπριοι. 71,000 προσήχθησαν σε δικαστήριο από τους οποίους 44.000 (62%) καταδικάστηκαν, 80% άρρενες. Σε 94% επιβλήθηκε χρηματική ποινή, πρόστιμο ενώ από όσους φυλακίστηκαν το 52% ήταν μέχρι 6 μήνες και, επίσης, Από όσους φυλακίστηκαν, 50% είχαν εκτίσει ποινή φυλάκισης και πριν. Σημειωτέων ότι το κυπριακό ποινικό δίκαιο προβλέπει περισσότερες βασικές ποινές από εκείνες που υπάρχουν στο ελληνικό ποινικό δίκαιο αλλά δεν προβλέπει την ποινή της κάθειρξης αόριστης διάρκειας και τη μετατροπή της ποινής που υπάρχουν στο Ελληνικό ποινικό δίκαιο.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 του Συντάγματος: Κανένας νόμος δεν μπορεί να προβλέπει τιμωρία η οποία να είναι δυσανάλογη με τη σοβαρότητα του αδικήματος. Η συνταγματική αυτή διαταγή σε συνδυασμό και με το άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα κανένας νόμος δεν μπορεί να προβλέπει και κανένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει υποχρεωτική ποινή (fixed sentence) για οποιοδήποτε αδίκημα. Μόνες εξαιρέσεις αποτελούν τα αδικήματα του φόνου εκ προμελέτης, της παρακίνησης εισβολής και της προδοσίας για τα οποία προβλέπεται στον Ποινικό Κώδικα ποινή ισοβίου φυλακίσεως.
Ένα δικαστήριο στην Κύπρο δεν έχει εξουσία να επιβάλει μια ποινή που είναι πιο αυστηρή από ό,τι δικαιολογείται από την σοβαρότητα του αδικήματος για να προστατεύσει την κοινωνία από την κατ’ εξακολούθηση εγκληματική συμπεριφορά του δράστη, έστω και αν αυτός είναι ένας επικίνδυνος υπότροπος.
Το οπλοστάσιο του δικαστή στη Κύπρο περιλαμβάνει εκτός από φυλάκιση διά βίου ή οποιασδήποτε άλλη μικρότερης διάρκειας, περιοδική φυλάκιση και αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, παροχή εγγύησης για την τήρηση της τάξης και για καλή διαγωγή, παροχή εγγύησης για προσέλευση σε ακρόαση δικαστικής απόφασης, διάταγμα επιτήρησης, διάταγμα κηδεμονίας, διάταγμα κηδεμονίας με όρους κοινωνικής εργασίας ή επιμόρφωσης, διάταγμα ανάθεσης της φροντίδας ανήλικου, διάταγμα απόλυτης ή υπό όρους απαλλαγής, δήμευση ή κατάσχεση, διάταγμα αποκλεισμού (εναντίον προσώπου, που κατηγορείται για διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος βίας στην οικογένεια), καθώς επίσης και την αποστέρηση διαφόρων αδειών (όπως: Κατοχής ή απόκτησης άδειας οδηγού και άδειας κατοχής όπλου για ορισμένο χρονικό διάστημα, διάταγμα κατεδάφισης παράνομων οικοδομών, μόνωσης φρέατος, εκρίζωσης αμπελώνα.
Ένας Δικαστής δύναται να επιβάλει, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, οποιοδήποτε πρόστιμο μέχρι το ανώτατο όριο το οποίο αναφέρεται στη σχετική νομοθετική πρόνοια. Το Δικαστήριο καθορίζει το ύψος του προστίμου λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, και την οικονομική δυνατότητα του αδικοπραγούντος. Αν δεν γίνεται πρόνοια στο νόμο αναφορικά με το ανώτατο όριο προστίμου τότε το ύψος του προστίμου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτό δεν πρέπει να είναι υπερβολικό. Κατά κανόνα είναι ανεπιθύμητο να επιβάλλεται φυλάκιση και πρόστιμο ταυτόχρονα.
Το Δικαστήριο δύναται, επίσης, να συνδυάσει ποινή φυλάκισης με διαταγή επιτήρησης θέτοντας τον καταδικασθέντα υπό επιτήρηση για περίοδο μέχρι και πέντε χρόνια μετά την εκπνοή της ποινής φυλάκισής του, αν έχει καταδικαστεί τουλάχιστο δύο φορές για αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δύο χρόνων ή περισσοτέρων.
Τέλος, επιπρόσθετες ποινές που καλό θα ήταν να προστεθούν στο οπλοστάσιο των Δικαστών μας είναι διατάγματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, γονικής ευθύνης, κοινωνικής σωφρονιστικής, συμμετοχής σε πρόγραμμα ποκαταστατικής/διορθωτικής δικαιοσύνης (restorative justice) και εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα για ανήλικους.
*Ομότιμος Καθηγητής, Τμήμα Νομικής, Πανεπιστήμιο Κύπρου &Επίτιμος Επισκέπτης Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ.