Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι Κράτος μέλος του ΟΗΕ όπως επίσης μια των 27 χωρών, μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχει υποχρεώσεις ως Κράτος Δικαίου αλλά έχει και δικαιώματα. Δικαιώματα που οφείλει να ασκεί κυριαρχικά και συνεπώς οφείλει να απαιτεί σεβασμό της κυριαρχίας της και των εξουσιών της αλλά και διασφάλιση αλληλεγγύης ως Κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λειτουργεί δε και διέπετε, ως αναγνωρισμένο Κράτος, από το Σύνταγμα του 1960, το οποίο παραβιάστηκε με την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων συμπολιτών το Δεκέμβρη του 1963, αλλά και με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους που ακολούθησε δύο δεκαετίες μεταγενέστερα. Όλα αυτά πέραν από την εξωτερική παράνομη τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή από το 1974. Συνεπώς προκλητική και άκρως προσβλητική έναντι και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναφορά της Τουρκίας για «εκλιπούσα» δήθεν κρατική υπόσταση μας.

Ως Κράτος αναγνωρισμένο πετύχαμε εξαρχής (1964) αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που αναφέροντο στην Κυπριακή Δημοκρατία και έκτοτε διαδοχικές άλλες αποφάσεις υπέδειξαν το παράνομο της κατευθυνομένης από την Τουρκία, στάσης των Τουρκοκυπρίων όπως και την ανάγκη επίλυσης με διαπραγματεύσεις του προβλήματος για ότι αφορά τη διεθνή και εσωτερική διάσταση του. Μάλιστα για ότι αφορά την ίδια την τουρκική στρατιωτική εισβολή υπάρχει η απόφαση του ΕΔΑΔ όπου η Κυπριακή Δημοκρατία πέτυχε σαφή καταδίκη του Κράτους της Τουρκίας για σοβαρές παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Παρόλα αυτά η Τουρκία στα πλαίσια της σταθερής επεκτατικής πολιτικής της, διατηρεί στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, (αφού εξανάγκασε σε προσφυγοποίηση και εκτοπισμό χιλιάδες πολίτες μέσα στην ίδια την πατρίδα τους), χιλιάδες στρατιώτες, βαρύτατα και επιθετικά εξοπλισμένους και εφαρμόζει από χρόνια μεθοδευμένο παράνομο εποικισμό. Μια προκλητική και επιδεικτική παραγνώρισης του Διεθνούς Δικαίου και των υποδείξεων που τις έγιναν, χωρίς όμως να την εμποδίσουν πρόσθετα να  προχωρήσει σε μια παράνομη και συνεχή επέμβαση στην Κυπριακή ΑΟΖ και μάλιστα στη νέα παραβίαση, στην Αμμόχωστο, δύο ακόμη ψηφισμάτων (550 και 789) του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Σήμερα έχουμε πρόσθετα το νέο «ηγέτη» των Τουρκοκυπρίων, που αναδείχθηκε υπό τη σκιά της τουρκικής κατοχής με χιλιάδες ψηφοφόρους που είναι παράνομοι έποικοι, ο οποίος ενώ χρησιμοποιεί την ιδιότητα του Ευρωπαίου πολίτη, ορίζει τον εαυτό του εκπρόσωπο της Τουρκίας και γι’ αυτό και πρωτοστάτησε κατ’ εντολή του κ. Ερντογάν στη νέα παρανομία κατά της Αμμοχώστου. Νέος κατοχικός ηγέτης που αγνοεί όμως το γεγονός ότι κλήθηκε ήδη από την Ευρωπαϊκή Ένωση να μη συνεχίζει την παραβίαση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Νέος ηγέτης που διακηρύσσει ότι θα διεκδικήσει λύση δύο Κρατών. Τέτοιες δηλώσεις ως η αναφορά για «εκλιπούσα» και τέτοιες προθέσεις δύο κράτη, δεν καταργούν ένα Κράτος δεν εξαφανίζουν το Σύνταγμα του και ούτε νομιμοποιούν την για 46 χρόνια πολλαπλή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου  και επίσης για 16 χρόνια Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ευτυχώς υπάρχει η κύρια δύναμη και πηγή κάθε εξουσίας που είναι κυρίαρχος λαός.

Με αυτά τα δεδομένα και με μια διεκδικητική προσπάθεια μας στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία θα ανέμενε κάθε τρίτος καλόπιστος κριτής από κάθε νόμιμο και κυρίαρχο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει επιτέλους να αξιώνουμε (όσο αδύναμοι στρατιωτικά και εάν είμαστε), την αυστηρή και πλήρη εφαρμογή του Συντάγματος και της κυριαρχίας μας και πρόσθετα ως χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου σ’ όλη την επικράτεια μας. Η μεθόδευση και η εμφάνιση της τουρκανταρσίας του 1963 ως πρόδρομος της εισβολής και η ανακήρυξης του ψευδοκράτους, ήταν μέρος της επεκτατικής πολιτικής. Συνεπώς η διαφορά ήταν και είναι μεταξύ δύο κρατών, της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας. Η πολιτική ηγεσία μας έχει δώσει τη διαβεβαίωση ότι οφείλουν αυστηρή τήρηση του Συντάγματος, οπότε το ζήτημα είναι, εάν για τόσα χρόνια αξιώσαμε ως Κράτος λύση ως το Σύνταγμα και οι συνάδοντες αυτού Νόμοι προβλέπουν. 

Ας εκπληρωθεί αυτό το καθήκον από την πολιτική ηγεσία μας έστω και τώρα, καλώντας συλλογικά και ομόθυμα τον ΟΗΕ και κυρίως την Ευρωπαϊκή Ένωση να συμβάλει ώστε να εξευρεθούν διαδικασίες σεβασμού της Κρατικής Συνταγματικής τάξης και κυριαρχίας, με το να υπάρξουν όσες τροποποιήσεις και μετεξελίξεις προνοιών του Συντάγματος, που θα το καθιστούσαν πιο λειτουργικό. Πάντοτε όμως, υπό την προϋπόθεση ότι, η όποια μετεξέλιξη, δεν θα συγκρούεται με ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καθιερώσει ως κοινοτικό κεκτημένο και Κράτος Δικαίου. Η όποια άλλη στάση, απλώς υποβιβάζει την Κρατική υπόσταση μας και οδηγεί σε λύση αβέβαιη και θνησιγενή γιατί δεν θα είναι λειτουργική. Αυτό επιδιώκει η Τουρκία για να προχωρήσει την κατάλληλη γι’ αυτή στιγμή, στην πλήρη επικυριαρχία στην Κύπρο. Καθήκον λοιπόν ξεκάθαρο και στάση δικαίου, έναντι μιας θέσης της Τουρκίας αντίθετης στο δίκαιο.

*Δικηγόρος.