«Ένας μεγάλος καθεδρικός υψώνεται από τα κύματα τα βουνά κάτω από τη θάλασσα μεταφέρουν μια προϊστορική μοναξιά το δεξί μου χέρι γίνεται γυάλινο το αριστερό μου ατσάλινο αδέξια χειροκροτώ σαν πιγκουίνος σε ξερή γη» (Μπέι Ντάο, Ποίημα ‘Εικόνα’).
Πριν από λίγες ημέρες, στη Γενεύη της Ελβετίας, υπεγράφη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός στη Λιβύη, με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών να διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στην όλη διαδικασία, διακρατώντας θέση ενεργού μεσολαβητή. Μπορούμε να πούμε πως οι βάσεις της όλης συμφωνίας (δεν θα σπεύσουμε να την ονομάσουμε ‘ιστορική’), ετέθησαν πριν από λίγο καιρό στο Μαρόκο, στις εκεί διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του πρωθυπουργού Φαγέζ Αλ-Σάρατζ, που εδρεύει και περαιτέρω ως στρατηγική βάση έχει την πρωτεύουσα Τρίπολη, και του κοινοβουλίου της Ανατολικής Λιβύης, πρόεδρος του οποίου είναι ο Αγκίλα Σάλεχ.
Που εν προκειμένω, λειτουργεί εξισορροπητικά μεταξύ της κυβέρνησης εθνικής ενότητας και της πλευράς του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ, συμμετέχοντας στο εν εξελίξει διαπραγματευτικό παίγνιο με διακύβευμα την αρχική επίτευξη ενός και λεπτού συμβιβασμού που μπορεί να επιφέρει ένα συγκεκριμένο περίγραμμα: Εκεχειρία.[1] Σε μία ανοιχτού τύπου σύγκρουση όπου και εμπλέκονται διάφοροι ‘παίκτες,’ όπως είναι αυτή της Λιβύης,[2] οι εκατέρωθεν συμβιβασμοί πρέπει να εδράζονται πάνω σε μία εκ των προτέρων διαμορφούμενη βάση, ώστε και να αναδυθεί, ακόμη και ‘φορτισμένα,’ η δυνατότητα της σύγκλισης μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, αλλά και, να επιτευχθεί η κατάπαυση του πυρός. Και ως επίτευγμα που λειτουργεί ως έναυσμα για την συνέχιση των διαπραγματεύσεων.
Διαθέτουμε λοιπόν, μία πρώτη επίτευξη εκεχειρίας σε μία εμφύλια, κατά βάση, ένοπλη σύγκρουση, που διεξάγεται με διάφορους τρόπους, εδώ και κάποια χρόνια, αποτελώντας, αφενός μεν το ιδιαίτερο ‘προϊόν’ της ασταθούς και οιονεί ρευστής, κοινωνικά και πολιτικά, κατάστασης που προέκυψε μετά την πτώση του καθεστώτος Καντάφι στις αρχές της δεκαετίας του 2010, συνεπεία της Νατοϊκής στρατιωτικής επέμβασης, και, αφετέρου δε, τροφοδοτείται, θεωρούμε, από μία χορεία ή αλλιώς, αλληλουχία, ιστορικών και πολιτικοϊδεολογικών αφηγήσεων.
Ως προς αυτό, οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες που προέκυψαν μετά την πτώση της λαϊκής Λιβυκής ‘τζαμαχιρίγια,’ και εδώ θα εντάξουμε και την απελευθέρωση ενός δυναμικού βίας, έφεραν σε άμεση τριβή πολιτικοϊδεολογικές αφηγήσεις και αναπαραστάσεις που συμπεριλαμβάνουν την ιδεολογία του Βορειο-αφρικανικού ‘παν-αραβισμού’ που μετεξελίσσεται σε Βορειο-αφρικανικό ‘αραβισμό,’ εκπεφρασμένο από το κοινωνικο-πολιτικό μπλοκ Χαφτάρ, τον Μεσογειακό ‘κεντρισμό’ που ως πρωταρχικό εκφραστή έχει την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας που κοιτά προς την Τουρκία ως σύμμαχο χώρα (αλλά και προς την Ευρώπη), την επιμονή σε μία ιδιαίτερης μορφής αντιπροσωπευτική δημοκρατία στην οποία και ομνύει το κοινοβούλιο της Ανατολικής Λιβύης.
Και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, τις Ισλαμιστικές και τζιχαντιστικές προσλήψεις που μετουσιώνονται σε ένοπλη-βίαιη δράση με διακύβευμα την αξιοποίηση των δια-ρρήξεων που έχουν προκαλέσει οι παράλληλες συγκρούσεις των τελευταίων ετών.
Έτσι, θα συμπληρώσουμε κάνοντας λόγο για το ό,τι στη χώρα της Βόρειας Αφρικής, επιτελείται δραστικά ένας πόλεμος αφηγήσεων και ταυτοτήτων, που εξελίσσεται προς διάφορες κατευθύνσεις, φέρει φυγό-κεντρο δυναμική, αναδεικνύει την παράμετρο των φυλών που ως συνεκτικό ιστό διαθέτουν την αίσθηση της εντοπιότητας-οικογενειακότητας, ελλείψει του Κανταφικού κρατικού πατερναλισμού που συνέβαλλε στη συγκρότηση ενός υποδείγματος ‘Λιβυκότητας,’ νοηματοδοτώντας έναν συναισθηματικών αποχρώσεων αντι-δυτικισμό, που με την πάροδο των ετών, εκφυλίσθηκε και αμβλύνθηκε δραστικά, καθότι διακύβευμα υπήρξε η ασφάλεια του καθεστώτος ως μείζον όρος σταθεροποίησης-αναπαραγωγής.
Στην μετα-Κανταφική Λιβύη, το ‘τζίνι’ δεν απελευθερώθηκε από το μπουκάλι, αλλά, αντιθέτως, οι αφηγήσεις για τις οποίες και έγινε αναφορά πιο πάνω, συγκρούστηκαν εντατικά, καθιστώντας την Λιβύη χώρα που φέρει ένα υπόστρωμα μνήμης: Τι σημαίνει να είσαι Λίβυος σήμερα αλλά και ιστορικά;
Αυτή η Μεσογειακή συγκρουσιακή ‘ζώνη’ (έλλειψη μίας συνεκτικής ιδεολογίας ‘κατόπτρου’), η οποία και ενσωματώνει κινήσεις κοινωνικών και πολιτικών δρώντων, περιφερειακών χωρών και δυνάμεων όπως η Τουρκία, έχει φθάσει ένα κρίσιμο σημείο, με τις δυνάμεις που διαπραγματεύονται εν μέσω μίας εύθραυστης εκεχειρίας να πρέπει πρωτίστως να αναζητήσουν νήματα κοινής επαφής και προσέγγισης σε συμβολικό, αξιακό και πολιτικό επίπεδο, επιχειρώντας ένα μεγαλύτερο και πιο επιταχυνόμενο βήμα, με τέτοιον τρόπο ώστε να έρθουν στο τραπέζι οι προϋποθέσεις που θα καταστήσουν την εκεχειρία σταθερή και την ειρήνευση μόνιμη.
Το Λιβυκό ένοπλο και σύνθετο μωσαϊκό εν ευρεία εννοία, εγγράφει περιεχομενικά τις σπειροειδείς αντιφάσεις και αντινομίες που έχουν παρατηρηθεί στο χώρο της Μεσογείου, συνιστά μία στρεβλή αντίληψη σχετικά με το τι σημαίνει πολίτης και ‘πολιτεύεσθαι,’ βιώνοντας με έντονο τρόπο τις ωδίνες μίας μετάβασης που εξελίσσεται και αναγάγει σε σημαίνον στοιχείο το ερώτημα: Ποια Λιβύη και από ποιους;
Η σημαντική εξέλιξη, ήτοι η επίτευξη της κατάπαυσης του πυρός, οφείλει να εμβαθύνει περαιτέρω στους όρους της σύγκρουσης, στο βαθύ υπόστρωμα και στη μη-θεσμική μνήμη που διαθέτει, θέτοντας ως σημείο αναφοράς και κάνοντας ευρύτερα γνωστό, και στις χώρες που διεκδικούν ρόλο στη Λιβύη, πως επίδικο είναι, αυτό που ο Αλέξης Ηρακλείδης αποκαλεί ως «επίλυση προβλήματος» (problem-solving). «Επίλυση προβλήματος» που ως άξονα έχει το παρόν.[3]
* Υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
[1] Η εκεχειρία συνιστά την ποθητή λέξη όσο και την ποθητή διαδικασία (βλέπε και Ναγκόρνο-Καραμπάχ) της εποχής μας, χρησιμοποιούμενη ως διαδικασία που επιδιώκει να συγκεράσει τα αντίθετα.
[2] Στη Λιβύη ασκείται και αναπαράγεται και η υβριδική μορφή πολέμου (hybrid warfare), προσδίδοντας σε αυτού του τύπου την σύγκρουση μετα-νεωτερικά χαρακτηριστικά, όσο μετα-νεωτερικό πολεμικό υπόδειγμα καθίσταται και ο υβριδικός πόλεμος.
[3] Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Άσπονδοι γείτονες. Ελλάδα-Τουρκία: Η διένεξη του Αιγαίου,’ Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2007,σελ. 388. Ο διεθνολόγος εδώ αντλεί από την θεώρηση του Groom, ο οποίος υπογραμμίζει την αναγκαιότητα μίας συνολικής διευθέτησης του ελληνο-τουρκικού ζητήματος, υπό την μορφή της «επίλυσης προβλήματος» που θα καθαρίσει το οποίο και δεν θα σωρεύσει επιπλέον ζητήματα.