Το κλασικό έργο του Τσάρλιν Τσάπλιν αποτέλεσε μια καυστική σάτιρα για το ναζιστικό καθεστώς του Αδόλφου Χίτλερ, όσο και για το φασισμό του Μπενίτο Μουσολίνι. Μεσούντος  του ηθικού εκφαυλισμού, της σήψης, της διαφθοράς, της σταδιακής ισοπέδωσης των αξιών και προτύπων, ογδόντα χρόνια μετά «ο Μεγάλος Δικτάτωρ» του Τσάπλιν, εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρος. Η εμβληματική αυτή ταινία είχε προβληθεί για πρώτη φορά στις 15 Οκτωβρίου του 1940 και εξευτελίζει και κατακεραυνώνει το Χίτλερ και το ναζισμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι «ο Μεγάλος Δικτάτωρ» ήταν η πρώτη καθ΄ολοκληρία, ομιλούσα ταινία του Τσάρλιν Τσάπλιν.

Όλα ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του ΄30. Τότε, ο Τσάρλιν Τσάπλιν,  όντας εξοργισμένος με τις πολιτικές πεποιθήσεις του Χίτλερ, οι οποίες βασίζονταν στο ρατσισμό και στον επεκτατισμό, παρακολούθησε το «Θρίαμβο της θέλησης» της Λένι Ρίφενσταλ και αποφάσισε να απαντήσει με τη δική του ταινία «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ».  Ο Τσάπλιν υποδύεται διπλό ρόλο σ΄ αυτή την πικρή κωμωδία: τον αρχηγό ενός φασιστικού κράτους (ένα πρόσωπο το οποίο ξεκάθαρα αναφέρεται στον Αδόλφο Χίτλερ) και έναν αθώο Εβραίο κουρέα υπήκοο αυτού του κράτους. Επίκαιρος όσο ποτέ ο μεγαλύτερος κωμικός όλων των εποχών είχε σκηνοθετήσει μια εύστοχη και πικρή αντιπολεμική σάτιρα. 

Ο Τσάπλιν, αρχίζοντας να επεξεργάζεται την ιδέα του «Μεγάλου Δικτάτορ», ένας Άγγλος σκηνοθέτης, παραγωγός και φίλος του, ο Αλεξάντερ Κόρντα, του είχε αναφέρει ότι η κινηματογραφική του περσόνα μοιάζει με τον Αδόλφο Χίτλερ.  Μάλιστα, ο Τσάπλιν είχε μάθει ότι ο ίδιος και ο Χίτλερ είχαν γεννηθεί με  μια εβδομάδα διαφορά, είχαν περίπου το ίδιο βάρος και ύψος και οι δύο τους μεγάλωσαν σε συνθήκες φτώχειας, μέχρι να πετύχει έκαστος το στόχο του σε διαφορετικές βέβαια κατευθύνσεις.

Η ταινία αυτή του Τσάπλιν έγινε η πιο εμπορικά επιτυχημένη του. Οι κριτικοί την έχουν σε μεγάλη υπόληψη και τη θεωρούν εξαιρετικά σημαντική για την τέχνη της σάτιρας. «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ», υπήρξε υποψήφιος για πέντε Όσκαρ καλύτερης ταινίας Α΄ Ανδρικού ρόλου, καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου, Β΄ Ανδρικού ρόλου και καλύτερης πρωτότυπης μουσικής. Αργότερα, ο Τσάπλιν στην «Αυτοβιογραφία» του το 1964, είπε, πως αν γνώριζε τις άθλιες καταστάσεις που επικρατούσαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ίσως να μην είχε κάνει ποτέ την εν λόγω ταινία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η σκηνή κατά την οποία ο δικτάτορας παίζει με την υδρόγειο σφαίρα, δηλαδή με τις τύχες του κόσμου σαν να ήταν ένα μπαλόνι. Έτσι, ο δικτάτορας μοιάζει να διασκεδάζει με το μπαλόνι, όπως ακριβώς απολάμβανε το παιχνίδι του με ολόκληρο τον πλανήτη, λες και ήταν η μαριονέτα ενός κακομαθημένου και επικίνδυνου παιδιού. Το μπαλόνι  το οποίο σκάει και καταστρέφεται είναι ο κόσμος του δικτάτορα και οι εγκληματικές ψευδαισθήσεις που κουβαλούσε ο ίδιος.

Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, ο Φράνκο απαγόρευσαν την προβολή της ταινίας στις χώρες τους, αλλά και στα κατεχόμενα κράτη. Όμως, ο Φύρερ παρήγγειλε κρυφά ένα αντίγραφο της ταινίας από την Πορτογαλία. Ο Τσάπλιν στην «Αυτοβιογραφία» του, έγραψε, «θα έδινα τα πάντα για να μάθω τι σκέφτηκε για την ταινία». 

Η ιστορία επαναλαμβάνεται με διαφορετικούς πρωταγωνιστές και γεγονότα, αλλά επαναλαμβάνεται. Άλλωστε, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ είπε χαρακτηριστικά: «Υπάρχουν μονάχα δυο σκηνοθέτες στον κόσμο. Και ο άλλος είναι ο Τσάρλι Τσάπλιν».

* Καθηγήτρια Φιλολογίας.