Ομπάμα, Μπους, Κλίντον. Αυτοί είναι οι τρεις προηγούμενοι πρόεδροι των ΗΠΑ. Μεταξύ των τριών, υπάρχει χάσμα διαφοράς, στις απόψεις και στις πολιτικές τους, ωστόσο και οι τρεις έχουν το ακόλουθο κοινό: Διατηρούσαν πάντα την αξιοπρέπεια στον κόσμο της πολιτικής. Και οι τρεις επανεκλεχθήκαν για δεύτερη θητεία. Το 2016 όμως, προκαλώντας έκπληξη σε όλο τον κόσμο, εκλέχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, ένας αμφιλεγόμενος επιχειρηματίας και τηλεοπτική προσωπικότητα, γνωστός για το θράσος στον λόγο του. Σε αντίθεση, όμως, με τους προκάτοχους του δεν επανεκλέχθηκε. Σήμερα παρατηρείται έντονη υποκειμενικότητα στην δημοσιογραφική κάλυψη της προεδρίας του από τα ΜΜΕ στην Αμερική και κατά συνέπεια στον κόσμο. Γι’ αυτό, θα αποπειραθώ να αναλύσω, όσο πιο αντικειμενικά μπορώ, την επίδοση του σαν Πρόεδρος. Η σύνοψη ξεκινά με τα κατορθώματα του στην οικονομία. Μείωσε δραστικά τους φόρους και τις παρεμβατικές πολιτικές, για όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Επέβαλε υψηλές ταρίφες για εισαγόμενα προϊόντα και ακύρωσε εμπορικές συμφωνίες με άλλες χώρες. Ως αποτέλεσμα οι ΗΠΑ, το 2019, είχαν το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας των τελευταίων 50 χρόνων και ρεκόρ μέσου εισοδήματος για πολίτες που αποτελούν φυλετικές μειονότητες. Ταυτόχρονα, περιόρισε το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, το οποίο ένιωθε να βλάπτει την οικονομία της χώρας του.
Ως προς την εξωτερική πολιτική, η κυβέρνηση Τραμπ, στάθηκε επιτυχημένη. Ήταν ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος, των τελευταίων 33 χρόνων που δεν άρχισε πολεμική σύγκρουση. Αποκλιμάκωσε τις εντάσεις με την Βόρεια Κορέα και το Ιράν, δύο ακραίες πυρηνικές απειλές και μεσολάβησε σε συνθήκες ειρήνης του Ισραήλ με κάποιες αραβικές χώρες, συμβάλλοντας καθοριστικά στις προσπάθειες για ειρήνη στην Μέση Ανατολή.
Η εσωτερική του πολιτική ήταν η πιο αμφιλεγόμενη. Κυβέρνησε συντηρητικά, όπως υποσχέθηκε στους ψηφοφόρους του. Πέρασε από την Γερουσία τρεις ανώτατους δικαστές, διέκοψε χρηματοδότηση σε οργανώσεις που παρείχαν αμβλώσεις και πήρε σκληρή στάση απέναντι στη λαθρομετανάστευση. Έκανε μεγάλα νομοθετικά έργα με στόχο την βελτίωση της ποιότητα ζωής, των έγχρωμων και ισπανοφώνων πολιτών, κυρίως, περνώντας από το κογκρέσο, νόμο που προέβλεπε μεταρρυθμίσεις στο σωφρονιστικό σύστημα των ΗΠΑ, το οποίο επηρέαζε δυσανάλογα αυτούς τους ανθρώπους. Παράλληλα χρηματοδότησε σε μεγάλο βαθμό, κολλέγια και σχολεία με μαθητές, από μη προνομιούχες οικογένειες. Για αυτό και στις εκλογές έλαβε το ψηλότερο ποσοστό ψήφων, για δεκαετίες, από φυλετικές μειονότητες σε Ρεπουμπλικανό υποψήφιο. Παρόλα αυτά, ο Ντόναλντ Τραμπ δέχεται έντονες κριτικές. Κύριος λόγος, ήταν ο χειρισμός του, της πανδημίας. Παρόλες τις εντατικές δράσεις που πήρε εναντίον του κορωνοϊού, δεν κατάφερε να σταματήσει την εξάπλωση του. Περνούσε λανθασμένα μηνύματα για την πανδημία, υποτιμούσε συστηματικά την χρήση της μάσκας, αμφισβητούσε τον επιδημιολόγο Άντονι Φάουτσι και διοργάνωνε μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις με δεκάδες χιλιάδες κόσμο. Δέχονταν ακόμη κριτική διότι δεν έκανε εθνικά lockdown, τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως άκρως αντισυνταγματικά και πλήγμα για την εξουσία των κυβερνήσεων των πολιτειών. Η υγεία, ήταν άλλος ένας τομέας στον οποίο ο Τραμπ δεν κατάφερε να τηρήσει τις υποσχέσεις του. Απέτυχε να αντικαταστήσει το σχέδιο Obamacare, το οποίο είχε εγγυηθεί κάλυψη σε ευάλωτες ομάδες, ούτε κατάφερε να προτείνει άλλο σχέδιο υγείας. Αλλά αυτό που περισσότερο έβλαψε την δημοτικότητα του ήταν η τοξική ρητορική του. Ο Τραμπ δεν επιτίθεται σε ομάδες ανθρώπων αλλά συγκεκριμένα άτομα τα οποία στοχεύει. Συχνά όμως, γίνεται προσβλητικός και δημιουργεί βεντέτες. Καταχράται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αφού από την ημέρα της ορκωμοσίας πριν 4 χρόνια έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 2000 «tweets», συχνά χωρίς κανένα φίλτρο στα λόγια του.
Τέλος, θέλοντας να κάνω αναφορά για τις πρόσφατες εκλογές, θα ήθελα να θυμίσω πως είναι σημαντικό να διασταυρώνουμε τις πηγές πληροφοριών μας και πως τα ΜΜΕ δεν είναι δικαστές. Συνοψίζοντας, το ερώτημα, αν ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν ευχή ή κατάρα για την χώρα του και τον υπόλοιπο κόσμο, θα παραμείνει χωρίς συμπέρασμα.
*Μαθητής