Το λένε και το επαναλαμβάνουν, «Μας έδιναν το Βαρώσι και εμείς είπαμε, ευχαριστούμε δεν θα πάρουμε».

Το έχουμε ακούσει εκατοντάδες φορές τα τελευταία χρόνια, από τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, ίσως αλλιώς διατυπωμένες οι λέξεις, αλλά με το ίδιο νόημα. Από ξένους και από Ελληνοκύπριους πολιτικούς και πολιτικίζοντες. Και οι μεν ξένοι τις επινόησαν για να αποσείσουν τις ευθύνες τους για την τραγωδία που έπληξε τον τόπο μας, οι δικοί μας όμως;

Το να συντηρείται ο μύθος ότι οι Τούρκοι μας πρόσφεραν το Βαρώσι και εμείς αρνηθήκαμε, πρώτον αποενοχοποιεί τους Τούρκους για τη σημερινή κατάσταση στην Αμμόχωστο και δεύτερον πρόκειται για ανιστόρητο και μαζοχιστικό αφήγημα.  Είναι αδιανόητο για οποιαδήποτε κυβέρνηση ή Πρόεδρο να επιστρέφεται η Αμμόχωστος στους νόμιμους κατοίκους της και να αρνείται. Κάτι τέτοιο θα ήταν το λιγότερο εγκληματικό. 

Χαμένες ευκαιρίες δεν υπήρξαν ούτε για τη λύση του Κυπριακού ούτε για την Αμμόχωστο. Αυτό όμως που υπάρχει σήμερα είναι ο φόβος ότι το Κυπριακό πιθανόν να τελειώσει με τη δημιουργία δύο χωριστών κρατών στην Κύπρο. Το τέλος μας θα κριθεί από τις επιλογές μας και τις αντοχές μας.

Κάποτε διαβάζαμε πως οι Έλληνες είναι έτοιμοι να πεθάνουν για την πατρίδα τους. Σήμερα μοιάζει να κηδεύουμε την πατρίδα μας, αφού οι φωνές που ακούγονται είναι φωνές παράδοσης του Ελληνισμού της Κύπρου στον καραδοκούντα τουρκικό επεκτατισμό. 

Από δω και πέρα θα επιχειρήσω μια πολύ σύντομη αναφορά στο Αμερικανο-βρετανο-καναδικό Σχέδιο, που για λόγους συντομίας θα αναφέρω ως το Αμερικανικό Σχέδιο. 

Το Αμερικανικό Σχέδιο υποβλήθηκε στην κυπριακή Κυβέρνηση τον Νοέμβριο του 1978, ως κοινό σχέδιο των ΗΠΑ, του Καναδά και της Μεγάλης Βρετανίας. 

Τι προηγήθηκε της υποβολής του.

Το υπουργείο Εξωτερικών και το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ, δηλαδή οι γραφειοκράτες των δύο υπουργείων, ανησύχησαν μετά τη νίκη του Κάρτερ για το θέμα του εμπάργκο όπλων στην Τουρκία, επειδή ο Τζίμυ Κάρτερ προεκλογικά, δημόσια και επίσημα, δήλωσε ότι δεν θα ζητήσει την άρση του εμπάργκο, αν δεν προηγηθεί η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο και η Τουρκία δεν απεδείκνυε στην πράξη ότι εργάζεται για επίλυση του Κυπριακού.

Κάτω, λοιπόν, από το φόβο των γραφειοκρατών, ότι δεν θα αρθεί το εμπάργκο, αποφασίστηκε η ετοιμασία συγκεκριμένων προτάσεων για το Κυπριακό που θα παρουσιάζονταν στον Πρόεδρο Κάρτερ αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.

Έτσι, μαζί με τους Άγγλους γραφειοκράτες του Foreign Office, ετοιμάστηκε το γνωστό Αμερικανοβρετανοκαναδικό Σχέδιο, το οποίο προσυπέγραψαν και οι Καναδοί για να προσδώσουν μεγαλύτερο κύρος σ’ αυτό. Οι Γερμανοί και οι Γάλλοι, στους οποίους προτάθηκε να το υιοθετήσουν, αρνήθηκαν να το προσυπογράψουν, οι πρώτοι γιατί δεν ήθελαν να αναμιχθούν στο Κυπριακό, ενώ οι δεύτεροι διότι δεν ήθελαν να θέσουν σε δοκιμασία τις πολύ καλές σχέσεις που δημιούργησε ο Πρόεδρος Ζισκάρ ντ’ Εσταίν με την Ελλάδα και ειδικά με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να αναλύσει το Σχέδιο, αλλά να αναφερθεί στο παράρτημα για το Βαρώσι.

Όμως, σε γενικές γραμμές το Σχέδιο έπασχε από τις ίδιες αδυναμίες που έπασχαν και τα άλλα μετέπειτα σχέδια για λύση του Κυπριακού. Προνοούσε το διχασμό της κυριαρχίας του κράτους, αποκαθιστούσε την ισότητα των Τούρκων και στο Νότο, έθετε κάθε είδους νομοθέτημα της Βουλής ή απόφαση της Κυβέρνησης κάτω από την αίρεση των Τούρκων και ως αντάλλαγμα για όλες αυτές τις παραχωρήσεις των Ελληνοκυπρίων, ΥΠΟΣΧΟΤΑΝ ότι στο μέλλον θα γινόντουσαν ΙΣΩΣ μερικές «εδαφικές αναπροσαρμογές» στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής «περιοχής».

Βασικά, το Σχέδιο, με τον διαμελισμό της κυριαρχίας της κρατικής εξουσίας, ίδρυε δύο ΧΩΡΙΣΤΑ κράτη.

Το Σχέδιο προκάλεσε πολλές συζητήσεις και μεταξύ του κυπριακού λαού, λόγω του Παραρτήματος για το Βαρώσι, που το Σχέδιο ενσωμάτωνε και υιοθετούσε. 

Το βασικό ενδιαφέρον των Αμερικανών ήταν να επιτύχουν την άρση του εμπάργκο, γι’ αυτό και προσήγγισαν τους Τούρκους για να τους ζητήσουν να προβούν σε κάποια κίνηση στο θέμα της Κύπρου, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως ενίσχυση της προσπάθειας για άρση του εμπάργκο. 

Την κίνηση έκανε ο Ντενκτάς στις 22 Μαΐου 1978, ο οποίος δήλωσε δημόσια, ότι «σημαντικός αριθμός Ελληνοκυπρίων θα μπορούσε να επιστρέψει στο Βαρώσι με την επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό, υπό τουρκική διοίκηση». 

Την πρόταση Ντενκτάς χαιρέτισε, ως αναμενόταν, η αμερικανική κυβέρνηση, ενώ ο Κάρτερ την παρουσίασε στο ελληνο-αμερικανικό λόμπυ ως αποτέλεσμα …αμερικανικών πιέσεων! Στις 25 Ιουλίου 1978, η Αμερικανική Γερουσία ψήφισε υπέρ της άρσης του εμπάργκο. 

Τον Αύγουστο του 1978, ο Πρόεδρος Κυπριανού και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Νίκος Ρολάνδης, βρίσκονταν στη Νέα Υόρκη και είχαν συνάντηση με τον Αμερικανό Πρόεδρο.

Σύμφωνα με επίσημα έγγραφα του Foreign Office [FCO9/2726/132, 11/10/1978], οι Αμερικανοί ανέφεραν στους Βρετανούς, ότι είχαν εντυπωσιαστεί από τον μετριοπαθή, όπως τον χαρακτήρισαν, κ. Ρολάνδη και σχεδίαζαν η πρωτοβουλία τους να εκδηλωθεί, όχι προς τον Κύπριο Πρόεδρο Κυπριανού, αλλά προς τον Κύπριο υπουργό Εξωτερικών Ρολάνδη (όπερ και εγένετο) και τον Ντενκτάς, όταν θα επέστρεφαν στη Νέα Υόρκη στα τέλη Οκτωβρίου, για τη συζήτηση του Κυπριακού στα Ηνωμένα Έθνη. 

Βασικά, εκείνο που το Σχέδιο εγγυάτο ήταν ότι οι κάτοικοι που θα επέστρεφαν δεν θα εκδιώκονταν «ξανά» μετά την επιστροφή. Δεν υπήρχε, όμως, σ’ αυτό πρόνοια ότι σε περίπτωση ναυαγίου των συνομιλιών, η τουρκοκυπριακή διοίκηση δεν θα αναλάμβανε «ξανά» τη διοίκηση και τον έλεγχο της περιοχής, έστω κάτω από την εποπτεία του ΟΗΕ. Με τον ίδιο δηλαδή τρόπο που διοικείται η περιοχή της Καρπασίας από την τουρκοκυπριακή διοίκηση, κάτω από τουρκοκυπριακό καθεστώς, αλλά κάτω από την «εποπτεία» του ΟΗΕ. Η οποία «εποπτεία», βεβαίως, δεν εμπόδιζε τους Τούρκους να εκδιώξουν σταδιακά τους Ελληνοκύπριους της Καρπασίας, ώστε ο αριθμός τους από 20.000 το 1974 να έχει μειωθεί κατά την απογραφή του 2018, σε 300!

 

ΥΓ: Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι η πρώτη αντίδραση του Γλαύκου Κληρίδη κατά την υποβολή του Σχεδίου ήταν να επισημάνει τις πιο σημαντικές αδυναμίες του Σχεδίου για την πλευρά μας, ιδιαίτερα τόνιζε, ότι το Αμερικανικό Σχέδιο διαμέλιζε την αρχή της «κυριαρχίας» του κράτους μεταξύ των δύο περιοχών. 

 

Η ΔΗΛΩΣΗ ΣΠΥΡΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

Δήλωση Σπύρου Κυπριανού προς τον νυν υπουργό Εξωτερικών κ. Νίκο Χριστοδουλίδη (2002), συγγραφέα του βιβλίου «Τα Σχέδια Λύσης του Κυπριακού (1948-1978)»: «Είναι μύθος ότι θα επέστρεφαν οι Τούρκοι το Βαρώσι. Αυτό που μας είχε προταθεί ήταν να επιστρέψουν οι κάτοικοι της Αμμοχώστου, ανάλογα με την πρόοδο της διαπραγμάτευσης επί του Εδαφικού./ Επιδιώκετο δηλαδή να ασκηθεί πίεση προς εμάς μέσω δικών μας ανθρώπων, υπό την ακόλουθη έννοια: Οι Βαρωσιώτες θα πίεζαν για υποχωρήσεις προκειμένου να επιστρέψουν. Δηλαδή, για να κάνουν οι Τούρκοι υποχωρήσεις στο θέμα της Αμμοχώστου, εμείς θα είμασταν αναγκασμένοι να κάνουμε σημαντική υποχώρηση κάθε φορά που θα εφαρμοζόταν σταδιακή επιστροφή. Πράγμα που θα σήμαινε τη δική μας παγίδευση. Θα μας εκβίαζαν συνεχώς. Με τη σταδιακή εγκατάσταση στα Βαρώσια θα εφαρμοζόταν σταδιακά η συνομοσπονδιοποίηση».