Τα νέα είναι καλά από το μέτωπο των εμβολίων για την COVID19. Όπως δείχνουν τα πράγματα πολύ σύντομα θα έχουμε δύο με τρία αδειοδοτημένα εμβόλια και άλλα θα ακολουθήσουν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη έχουν ήδη συγκροτήσει επιστημονικές ομάδες που θα καθορίσουν και θα εφαρμόσουν την στρατηγική εμβολιασμού σε κάθε χώρα. Ενώ όλα προχωρούν καλά από την επιστημονική πλευρά – και μάλιστα πολύ καλά και σε χρόνο ρεκόρ – ένα διαχρονικό πρόβλημα παραμένει. Δυστυχώς η επιστημονική κοινότητα για ακόμη μια φόρα άφησε αυτό το θέμα για το τέλος. Η καινοτόμος προσέγγιση της επιστήμης προς την ανάπτυξη του εμβόλιού δεν επεκτάθηκε και στη σωστή επικοινωνία επιτρέποντας και πάλι την έξαρση των αντιεμβολιαστικών απόψεων και του σκεπτικισμού.

Το πρόβλημα, αν μου επιτραπεί να το θέσω έτσι, δεν είναι πρόσφατο. Χρονολογείται και η ιστορία του είναι συνώνυμη με αυτή των εμβολίων. Με την ανάπτυξη του πρώτου εμβολίου έχουμε και την γέννηση των πρώτων αρνητών.

Όταν στις αρχές του 1800 ο Edward Jenner πραγματοποιούσε τα πρώτα πειράματα που οδήγησαν στην ανάπτυξη του εμβολίου της ευλογιάς, ξεκίνησαν άμεσα οι αντιδράσεις από το κοινό. Και ενώ η ασθένεια πραγματικά «θέριζε» την Αγγλία ο σκεπτικισμός και ο φόβος για αυτό το άγνωστο ιατρικό επίτευγμα έφτασε στο αποκορύφωμα. Ακόμη και λίγο αργότερα το 1853 όταν ο εμβολιασμός κατά της ευλογιάς έγινε υποχρεωτικός σε νήπια μέχρι 3 μηνών και τα θετικά αποτελέσματα ήταν ήδη εμφανή, είχαμε τη δημιουργία των πρώτων οργανωμένων αντιεμβολιαστικών κινημάτων και των πρώτων αντιεμβολιαστικών περιοδικών. Προς το τέλος του αιώνα διοργανώθηκαν τεράστιες διαδηλώσεις εναντίον των εμβολίων με αποτέλεσμα την τροποποίηση της νομοθεσίας που έδινε το δικαίωμα στους γονείς να εξαιρούν τα παιδία τους από τον υποχρεωτικό εμβολιασμό.

Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού στις ΗΠΑ η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Η έναρξη εμβολιασμών κατά της ευλογιάς, σηματοδότησε τη δημιουργία της Αντιεμβολιαστικής Εταιρείας Αμερικής που άμεσα δραστηριοποιήθηκε σε ένα αγώνα εναντίον του εμβολίου.

Τα παραδείγματα όμως δεν τελειώνουν εδώ. Στα μέσα του 1970 ξεκινά μια διεθνής αντιπαράθεση όσον αφορά την ασφάλεια του εμβολίου της διφθερίτιδας, τετάνου και κοκκίτη (DTT). Αφορμή ο ισχυρισμός  από νοσοκομείο του Λονδίνου ότι 36 παιδιά που εμβολιαστήκαν με το DTT ανέπτυξαν νευρολογικά προβλήματα. Παρόλο που τα δεδομένα δεν ήταν επαρκή για να αποδείξουν κάτι τέτοιο, η οργανωμένη αντίσταση από τις διάφορες οργανώσεις είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των εμβολιασμών και κατ’ επέκταση την έξαρση επιδημίας κοκκίτη σε τρεις διαφορετικές  περιπτώσεις. 

Μία περίπου 25ετία αργότερα είχαμε ίσως τη μεγαλύτερη πληγή στο παγκόσμιο εμβολιαστικό πρόγραμμα. Το 1998 ο Βρετανός γιατρός Andrew Wakefield, σε μια δημοσίευση του στο ιατρικό περιοδικό Lancet έκανε αναφορά στην πιθανή σχέση του εμβολίου κατά της ιλαρά, της παρωτίτιδας και της ερυθράς (MMR) με τον αυτισμό. Παρόλο που το άρθρο αποσύρθηκε από το ίδιο το περιοδικό, καμία μελέτη δεν είχε αποδείξει κάτι αντίστοιχο και το Ιατρικό Συμβούλιο της Βρετανίας αφαίρεσε την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος από τον εν λόγω γιατρό, η εμπιστοσύνη του κοινού για το εμβόλιο κλονίστηκε ανεπανόρθωτα.

Φτάνοντας στο 2020 και στην COVID19, οι αντιδράσεις ξεκίνησαν πριν καν ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός του εμβολίου.

Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί αυτή την αντίδραση και τον σκεπτικισμό; Είναι πολιτικοί λόγοι, θρησκευτικοί, κοινωνικοί ή λίγο από όλα; Όταν αναλογιστεί κανείς ότι άτομα από όλα τα κοινωνικά στρώματα και από όλα τα επίπεδα μόρφωσης ασπάζονται αυτές τις απόψεις, η εξήγηση γίνεται ακόμα πιο προβληματική. Και το πιο παράδοξο;  Όσο χειροτερεύει η επιδημιολογική εικόνα, οι αντιδράσεις προς το εμβόλιο αντί να μειώνονται αυξάνονται.

Ποια είναι όμως η ευθύνη της επιστήμης; Ναι διοργανώνουμε συνέδρια και εκστρατείες αναλύοντας δεδομένα με στόχο να πείσουμε για τα οφέλη του εμβολιασμού. Ναι γράφουμε άρθρα και να βγαίνουμε καθημερινά στα ΜΜΕ. Δεν κάναμε όμως κάτι βασικό. Δεν τους κατανοήσουμε. Δεν μάθαμε να μιλούμε την γλώσσα τους. Δεν  αποκωδικοποιήσαμε τους λόγους που φοβούνται ή αντιδρούν. Ας μην γελιόμαστε όμως. Το φαινόμενο δεν θα εκλείψει, άλλωστε είναι συνομήλικο με τα εμβόλια. Μπορεί όμως να μειωθεί σε σημαντικό βαθμό ούτως ώστε να μην γίνεται επικίνδυνο.

Τώρα που οι αριθμοί των κρουσμάτων αρχίζουν να θυμίζουν χρονολογίες, η σωστή επικοινωνία βουλιάζει και αυτή. Ας αφήσουμε λοιπόν τα επίθετα του τύπου «κρουσμένοι», «αρνητές», «αχάπαροι», ας σηκώσουμε μανίκια, ας  μάθουμε μια νέα γλώσσα και ας επικοινωνήσουμε σωστά.

* Καθηγητής Παθολογίας και Εργαστηριακής Ιατρικής, Πρόεδρος Τμήματος Επιστημών Ζωής και Υγείας, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.