Το ευρωπαϊκό συμβούλιο που θα συνεδριάσει το διήμερο 10-11 Δεκεμβρίου, θα είναι αυτό που θα αποφασίσει για την επιβολή (ή μη) ενός πακέτου κυρώσεων προς την Τουρκία, για την ανάπτυξη μίας σειράς επιθετικών ενεργειών στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, με άμεσους αποδέκτες την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.
Μεταβαίνουμε λίγο πίσω χρονικά, για να αναφέρουμε πως στο αντίστοιχο ευρωπαϊκό συμβούλιο του περασμένου Οκτωβρίου, οι χώρες-μέλη αποφάσισαν να μην προχωρήσουν στην επιβολή κυρώσεων, δίδοντας χώρο και χρόνο στην Τουρκία με ορίζοντα την συνάντηση των μελών του ευρωπαϊκού συμβουλίου τον προσεχή Δεκέμβριο. Η απόφαση του Οκτωβρίου που κατέληξε στην μη ενεργοποίηση κυρώσεων προς την Τουρκία, άπτεται μίας σειράς παραγόντων που αθροιζόμενες μαζί, συγκροτούν το πλέγμα των ευρω-τουρκικών σχέσεων εν ευρεία εννοία.
Ως προς αυτό, έχουμε να κάνουμε με παράγοντες όπως είναι η συμπερίληψη και η ιδιαίτερη στάθμιση των επιμέρους εθνικών συμφερόντων ως προς την εξέλιξη και διαχείριση των ευρω-τουρκικών σχέσεων (βλέπε Μεταναστευτικό), η προσέγγιση της Τουρκίας ως δυνητικού εταίρου στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, με την οποία, αφενός μεν δύνανται να προκύψουν ευκαιρίες συνεργασίας στην ευρύτερη περιοχή, κάτι που ωθεί στο να παραμείνει το ‘παράθυρο ανοιχτό,’ και τελευταίο άλλο όχι έσχατο, η απουσία μίας ξεκάθαρης ευρωπαϊκής στρατηγικής όσον αφορά την παρουσία και το εύρος παρέμβασης της Ένωσης σε περιοχές με τις οποίες συνορεύουν χώρες-μέλη της Ένωσης.
Και πέραν της Τουρκίας, στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και η Ρωσία, σε ένα σημείο όπου και αναδεικνύεται μία σειρά εθνικών προτιμήσεων, που θέλει άλλες χώρες να επιθυμούν μία σκληρότερη στάση απέναντι στην Τουρκία (αλλά και στην Ρωσία), και άλλες να κινούνται προς την κατεύθυνση επίτευξης μίας λειτουργικής εξισορρόπησης για την αποτελεσματικότερη διαχείριση αυτών των σχέσεων. Και τα τελευταία χρόνια, ζήτημα επιβολής κυρώσεων τέθηκε για αυτές τις δύο χώρες, άμεσα.
Για την Ρωσία το 2014, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, και για την Τουρκία μετά από την εκδήλωση μίας σειράς επιθετικών ενεργειών προς χώρες-μέλη, όπως η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία, και δευτερευόντως η Γαλλία, εάν συμπεριλάβουμε στην ανάλυση μας την άρνηση Τουρκικού σκάφους και κατ’ επέκταση της Τουρκία, να δεχθεί έλεγχο από Γαλλικό πολεμικό πλοίο στα πλαίσια της περιπολίας του στη Μεσόγειο, που είχε ως στόχο την διασφάλιση της τήρησης του εμπάργκο όπλων στη Λιβύη, εμπάργκο που προέκυψε μετά την Διάσκεψη του Βερολίνου, το 2019.
Κατηγοριοποιώντας τα παραπάνω, θα επισημάνουμε πως το ευρωπαϊκό συμβούλιο (ευρωπαϊκός θεσμός) συν-υπολογίζοντας την στάση των χωρών-μελών, ένα βραχυπρόθεσμο έως μεσοπρόθεσμο πλαίσιο χάραξης πολιτικής, όπως επίσης και την αντιμετώπιση της Τουρκίας ως περιφερειακού δρώντα με εμβέλεια δράσης πλέον, αποφάσισε να μην ορθώσει στεγανά δυσχεραίνοντας την όλη κατάσταση περαιτέρω.
Πλέον, εν όψει του Δεκεμβρίου, το ευρωπαϊκό συμβούλιο ως υποστασιοποιημένος θεσμικός παράγοντας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλει να αποφασίσει εάν θα μεταβάλλει (στρατηγικά) την θέση του, ιδίως από την στιγμή όπου το δίμηνο που μεσολάβησε, δεν εξελίχθηκε εν κενώ, ή αλλιώς, δεν υπήρξε κενό συμβάντων. Αντιθέτως, θα λέγαμε πως η Τουρκία συνέχισε να εκφράζει εμπρόθετα την στρατηγική ανάδειξης ζητημάτων που εν προκειμένω, συνδέονται με το σύστοιχο πεδίο των Ελληνο-τουρκικών, Τουρκο-κυπριακών, και των ευρω-τουρκικών σχέσεων, στο σημείο όπου ως σημείο τομής δύναται να διακρίνουμε μία εξέλιξη που σχετίζεται με το Κυπριακό ζήτημα.
Και λέγοντας κάτι τέτοιο, αναφερόμαστε στις εξελίξεις που προέκυψαν μετά την πραγματοποίηση των εκλογών στην τουρκο-κυπριακή κοινότητα, την ανάδειξη του Ερσίν Τατάρ στην προεδρία, και την προβολή-κατάθεσης της επιλογής των δύο χωριστών κρατών. Επιλογή που τονίσθηκε και από τον πρόεδρο Ερντογάν κατά την διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψης του στην κατεχόμενη Αμμόχωστο.
Το εγχείρημα της αποστασιοποίησης από την επιλογή της διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας, έτσι όπως έχει εκφρασθεί ιστορικά, και με βάση ψηφίσματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), και της επιλογής της ‘λύσης’ των δύο κρατών, νοηματοδοτείται ως προωθημένο εγχείρημα μίας μεταγενέστερης επικύρωσης και κεφαλαιοποίησης αυτού που η Τουρκία αποκαλεί ‘κεκτημένο,’ ήτοι την εισβολή και κατοχή ενός μεγάλου μέρους της νήσου, στα 1974. Και ενέχει ενδιαφέρον το εάν το ευρωπαϊκό συμβούλιο θα επανεξετάσει την στάση του υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων στην Κύπρο.
Τα δύο ξεχωριστά κράτη (επισημοποίηση της διχοτόμησης), για την Τουρκία και την νέα Τουρκοκυπριακή ηγεσία, αποτελούν απότοκο των ‘διαφορών’ μεταξύ των δύο κοινοτήτων.