Πέρα από το γενικότερο πολιτικό πρόβλημα το οποίο προέκυψε με το άνοιγμα των Βαρωσίων, έχουν επαναφερθεί με δραματικό τρόπο κάποια αγωνιώδη ερωτήματα των Βαρωσιωτών/ ιδιοκτητών περιουσιών στην περίκλειστη πόλη. Σε αυτά τα αγωνιώδη ερωτήματα έχουν διατυπωθεί έντονα αντικρουόμενες απόψεις οι οποίες το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να επιτείνουν το άγχος και την αβεβαιότητα των ανθρώπων αυτών. Όσον αφορά την Πολιτεία, η οποία έχει τη βασική, αν όχι την αποκλειστική ευθύνη να διαφωτίσει τους ενδιαφερομένους, η ανταπόκριση της είναι γενικόλογες τοποθετήσεις οι οποίες μπορούν ενθυμίζουν τη ρήση: «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω».
Θα επιχειρήσω να δώσω και τις δικές μου απόψεις όσο πιο τεκμηριωμένα μπορώ, τονίζοντας ευθύς εξ αρχής ότι κανένας μας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει το μονοπώλιο της σοφίας και ότι μόνο η συλλογική σοφία μπορεί να οδηγήσει στις ορθές αποφάσεις. Τα πιο κάτω είναι μερικά από τα ερωτήματα των Βαρωσιωτών:
α) Να προσφύγω στην Επιτροπή Ακίνητης Ιδιοκτησίας (ΕΑΙ) της Τουρκίας; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα προκύψει αφού απαντηθούν τα υπόλοιπα ερωτήματα.
β) Αν ναι, ποια θεραπεία θα πρέπει να ζητήσω; Ασφαλώς, σε περίπτωση προσφυγής, η μόνη αποδεκτή θεραπεία η οποία θα πρέπει να επιδιωχθεί μέχρι τέλους χωρίς αμφιταλαντεύσεις θα πρέπει να είναι η αποκατάσταση της περιουσίας και αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης της.
γ) Ισοδυναμεί η προσφυγή μου με αναγνώριση του ψευδοκράτους; Σε καμιά περίπτωση. Η ΕΑΙ, όπως έχει αποφασιστεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο από το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Δημόπουλος είναι όργανο της Τουρκίας σαν κατοχικής δύναμης και όχι της «ΤΔΒΚ».
δ) Και αν η αίτηση μου απορριφθεί με το επιχείρημα ότι η περιουσία μου ανήκει στο Εβκάφ; Η απόφαση θα πρέπει να προσβληθεί στο ΕΔΑΔ, με μεγάλη- αν όχι απόλυτη- βεβαιότητα επιτυχίας, νοουμένου ότι θα υπάρξει η κατάλληλη στήριξη από τη νομική υπηρεσία του Κράτους και από εμπειρογνώμονες διεθνούς εμβέλειας.
ε) Και αν μου ζητηθεί να πουλήσω την περιουσία μου; Άνκαι η απόφαση εναπόκειται στον κάθε ιδιοκτήτη ξεχωριστά, θα ήταν καταστροφικό για την διαπραγματευτική μας θέση αν κάποιοι υποκύψουν στον πειρασμό να αποξενώσουν την περιουσία τους, αφού κάτι τέτοιο θα προσφέρει πολιτικά επιχειρήματα στην άλλη πλευρά,
στ) Και αν η αίτηση μου εγκριθεί υπό τον όρο να επιστρέψω υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση; Αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο ερώτημα, με πολλές πολιτικές προεκτάσεις το οποίο δεν μπορεί να αφεθεί να απαντηθεί από τον κάθε ιδιοκτήτη ξεχωριστά, αλλά από την ίδια την Πολιτεία, αφού μελετηθούν σε βάθος όλα τα υπέρ και τα κατά χωρίς προκαταλήψεις και ιδεοληψίες.
ζ) Και αν δεν προσφύγω και η περιουσία μου «κατασχεθεί» με το επιχείρημα ότι δεν έδειξα ενδιαφέρον; Καμιά περιουσία δεν μπορεί νόμιμα να «κατασχεθεί». Το ΕΔΑΔ έχει ξεκάθαρα νομολογήσει ότι 1) η στρατιωτική κατοχή δεν μπορεί να επηρεάσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των περιουσιών και 2) οι ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες δεν είναι υποχρεωμένοι να προσφύγουν στην ΕΑΙ, αλλά μπορούν να περιμένουν μέχρι να δοθεί μια πολιτική λύση στο κυπριακό πρόβλημα.
Και τώρα ξανά στο κεντρικό ερώτημα: Να προσφύγω ή να μην προσφύγω;
Η ταπεινή μου άποψη, με βάση όλα τα πιο πάνω, είναι ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνουν μαζικές προσφυγές. Ήδη ο Τατάρ δεν κρύβει την ικανοποίηση του για τον «ενθουσιασμό» που επιδεικνύουν οι ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες στο να προσφύγουν στην ΕΑΙ. Στην περίπτωση μαζικών προσφυγών είναι αναπόφευκτο να γίνουν λάθη χειρισμού και είναι φυσικό η ΕΑΙ να επιλέξει να εκδικάσει τις περισσότερο ευάλωτες αιτήσεις. Επί πλέον ελλοχεύει ο σοβαρότατος κίνδυνος να υπάρξουν αιτητές οι οποίοι θα αποδεχθούν να αποξενώσουν τις περιουσίες τους με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί ανεπανόρθωτα η διαπραγματευτική μας θέση.
Αντίθετα θα πρέπει να γίνουν μόνο επιλεκτικές προσφυγές, με ένα μικρό αριθμό υποθέσεων που έχουν την μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας, όπως π.χ. από ζώντες ιδιοκτήτες που διέμεναν στις κατοικίες το 1974, ώστε να αποδυναμωθούν οποιαδήποτε επιχειρήματα της άλλης πλευράς για μη επιστροφή των περιουσιών. Σε περίπτωση απόρριψης των αιτήσεων θα πρέπει ασφαλώς να ακολουθήσουν προσφυγές στο ΕΔΑΔ με στόχο την ανατροπή των αποφάσεων της ΕΑΙ, την εξασφάλιση αποζημιώσεων για απώλεια χρήσης και την αποαναγνώριση της ΕΑΙ ως αποτελεσματικού εσωτερικού ένδικου μέσου.
Καταληκτικά θέλω να επαναλάβω με τον πιο εμφαντικό τρόπο ότι είναι απόλυτη ευθύνη της Πολιτείας να καθοδηγήσει τους πολίτες της υπεύθυνα, αφού το θέμα συζητηθεί σε βάθος με όλους όσους δικαιούνται να έχουν άποψη.
*LLB, MSc (ULA), ARICS- Επισκέπτης Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.