Καλλιεργείται από την Ουάσιγκτον συστηματικά και μεθοδικά, εδώ και μερικά χρόνια, μια πολεμική ρητορική ενάντια στην Κίνα. Πρόκειται σαφώς για πολιτική του επίσημου αφηγήματος της αμερικανικής κυβέρνησης, ξεκινώντας από τον ίδιο τον απερχόμενο πρόεδρο Trump και φθάνοντας μέχρι και τον John Ratcliffe, διευθυντή των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ. Ειδικότερα ο κ. Ratcliffe χαρακτήρισε – σε άρθρο του στην WallStreet Journal, την περασμένη βδομάδα -, την Κίνα ως «τη μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία και την ελευθερία στον κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Πρόδηλα, η αμερικανική προπαγάνδα σκόπιμα αγνοεί τις από το 2015 (ομιλία στον ΟΗΕ) μέχρι πρόσφατα θέσεις του Προέδρου Xi Jinping ότι η Κίνα είναι ένα σύγχρονο κράτος που εν τοις πράγμασι εκκολάπτει και εμπεδώνει τις αρχές της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Που δημιουργεί βέλτιστες πρακτικές ισόρροπης ανάπτυξης, αλληλεγγύης, ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας με στόχο ένα κοινό μέλλον για την ανθρωπότητα. 

Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως το άρθρο του κ. Ratcliffe δημοσιεύτηκε την ίδια περίπου χρονική περίοδο, κατά την οποία η Ουάσιγκτον επέβαλε πιο αυστηρούς κανόνες ως προς τις θεωρήσεις διαβατηρίων, με στόχο να μειωθεί δραστικά η είσοδος στις ΗΠΑ μελών του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος αλλά και μελών των οικογενειών τους. Στο ίδιο μάλιστα άρθρο ο κ. Ratcliffe αναφέρεται σε «κλοπή» από μέρους της Κίνας αμερικανικών εμπορικών μυστικών και αμυντικών τεχνολογιών. Πρόδηλα, η αμερικανική πολιτική διοίκηση απέδειξε πως στην φαρέτρα της έχει το βέλος της έναρξης ενός ψυχροπολεμικού κλίματος που, ως ρητορική αλλά και δράση, παραπέμπει – mutatis mutandis – στην εποχή του διαβόητου μακαρθισμού με το κυνήγι «μαγισσών». Όπως στα τέλη της δεκαετίας του ‘40 ο Joseph Raymond “Joe” McCarthy εμφανίζεται στο προσκήνιο, έτσι και η συστημική νεοσυντηρητική διάσταση του «στρατιωτικό-βιομηχανικού» και πολιτικού συμπλέγματος των ΗΠΑ αυτής της δεκαετίας προσωποποιεί την πιο ακραία ψυχροπολεμική νοοτροπία στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινωνίας. Εν τοις πράγμασι, ο λόγος των Trump, Ratcliffe και λοιπών συνοδοιπόρων του ακραίου νεοσυντηρητισμού, αποτελεί ηχώ του αντικομμουνιστικού παραληρήματος του Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή Joseph McCarthy που είχε βρει πρόσφορο έδαφος στην τρομαγμένη, από τον «κόκκινο εφιάλτη», αμερικανική κοινωνία. Όπως τότε ο McCarthy έβλεπε παντού κομμουνιστές, έτσι και ο σημερινός διευθυντής των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ έχει αποδυθεί σε ένα κυνήγι «μαγισσών», προσπαθώντας με βήματα τακτικής να ρυμουλκήσει και τη νέα πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ. 

Ταυτόχρονα, σε αυτό το κυνήγι μαγισσών με επίκεντρο την Κίνα, συμμετοχή έχει και μέρος των κυρίαρχων αμερικανικών ΜΜΕ. Συν τοις άλλοις, στο εντεινόμενο και εκτεινόμενο φαινόμενο της ευρείας διάδοσης και δόσης συνωμοσιολογίας ως παράγωγο των επίσημων πηγών της αμερικανικής διοίκησης, ρόλο διαδραματίζει και μέρος των «κοινωνικών» δικτύων μαζικής ενημέρωσης όταν αποδέχονται και διαχέουν ως γεγονός κατασκευασμένες ιστορίες και αφηγήματα αβέβαιης προέλευσης ή ακρίβειας. 

Σε κάθε περίπτωση, η παραπλανητική περιγραφή, η απόκρυψη ή/και επινόηση στοιχείων, η εικονοποίηση της παραπληροφόρησης και, βέβαια, η υπερβολή  στη διάχυση συνωμοσιολογίας όπως και η στρεβλή και άνιση διαχείριση της ενημέρωσης, αποτελούν συστατικά στοιχεία της προπαγανδιστικής εκστρατείας των ΗΠΑ εναντίον της Κίνας, πριν και κατά την περίοδο του κορωνοϊού. Αυτή η βαθμιαία ένταση μεταλήθειας (posttruth), διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και διασποράς ψευδών ειδήσεων (fake news) από πλευράς ΗΠΑ δεν είναι μόνο ένα εργαλείο ενίσχυσης του πολιτικού λαϊκισμού. Αποτελεί παράλληλα και συστηματικό όργανο για άσκηση πολιτικής επιρροής τόσο στο εσωτερικό μέτωπο όσο και στη διεθνή σκηνή. Είναι προφανές πως μέσω μίας μεθοδευμένης διασποράς ψευδών ειδήσεων, η Ουάσιγκτον προσπαθεί να φθείρει το ανερχόμενο κύρος και την πολύπτυχη γεωπολιτική αξιοπιστία του Πεκίνου, επιδιώκοντας να προκαλέσει όσο το δυνατόν περισσότερη ζημιά στην εικόνα της και την αποδοχή της Κίνας ως ηγέτιδας πλέον δύναμης από την διεθνή κοινή γνώμη. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουάσιγκτον εκκολάπτει ένα πλαίσιο διαστρεβλωμένης πραγματικότητας επί συγκεκριμένων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων, ενσωματώνοντας θεωρίες συνωμοσίας, ψευδή στοιχεία αλλά και προσεγγίσεις με υλικό μυθοπλασίας και διχαστικής διάστασης. Όπως γίνεται, για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια στο Hong Kong, όπου η κοινή γνώμη τροφοδοτείται με ψευδείς ή/και κατασκευασμένες ειδήσεις. 

Πραγματικά έχει αποδειχθεί πως οι ηγετικές ομάδες στασιαστών και διαδηλωτών στο Hong Kong είχαν εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα ήσαν παραλήπτες σημαντικής χρηματοδότησης από το National End owment for Democracy (NED). Ενός οργανισμού που ενεργεί σε πολλές χώρες ως μέτωπο της CIA αλλά και ως εταίρος ιδρυμάτων, όπως το Open Society Foundation. Όλα αυτά βέβαια παραλείπονται ή/και αποσιωπώνται από την αμερικανική προπαγάνδα, η οποία ωστόσο κάνει κατήχηση της κοινής γνώμης περί ανεξαρτησίας του Hong Kong ενώ ουσιαστικά πρόκειται περί εξάρτησής του από τις ΗΠΑ. Εν πάση περιπτώσει, για πάνω από μια 7ετία η Ουάσιγκτον καλλιεργεί την επιθετική στρατηγική του «άξονα προς την Ασία» , η οποία ουσιαστικά συνίσταται στην περίσφιξη(κύκλωση) της Κίνας μέσω οπλικών συστημάτων και συγκεκριμένα την τοποθέτηση περίπου 60% του αμερικανικού ναυτικού στόλου στη θάλασσα της Νότιας Κίνας. Στην πραγματικότητα, η Κίνα αποτελεί στόχο μιας μακροπρόθεσμης επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ, η οποία αποβλέπει αφενός στον περιορισμό των κινήσεων Πεκίνου, αφετέρου στην απομείωση της γεωπολιτικής επιρροής της Κίνας. 

Πριν από λίγες μόλις εβδομάδες, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ ενέκρινε την πώληση πυραύλων και πυροβολικού στην Ταϊβάν. Ένα πακέτο αξίας περίπου 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, ο Λευκός Οίκος -σύμφωνα με το Reuters – πρόκειται να εγκρίνει την πώληση πέντε οπλικών συστημάτων αξίας περίπου 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων αεροσκαφών και πυραύλων κατά πλοίων και κρουαζιερόπλοιων.

Η αμερικανική αυτοκρατορία βρίσκεται σε παρακμή. Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να συμπαρασύρει στη δίνη της όσες χώρες μπορεί. Η πολιτική ηγεσία της Κίνας φυσικά το γνωρίζει. Για αυτό και ορθά ο Πρόεδρος Xi – ενσωματώνοντας στην πολιτική του τη βαθιά σοφία του αρχαίου πολιτισμού της Κίνας -, έχει αναλάβει την ιστορική ευθύνη και προωθεί από κοινού με την παγκόσμια κοινότητα την οικοδόμηση ενός νέου τύπου διεθνών σχέσεων που βασίζονται στην ειρήνη, στην ισόρροπη ανάπτυξη, στο σεβασμό, στη δικαιοσύνη και στην αμοιβαία επωφελή συνεργασία. Δεν είναι τυχαίο που η πολιτική Xiγια την οικοδόμηση μιας διεθνούς κοινότητας με κοινό μέλλον για την ανθρωπότητα, αποκτά πλέον ισχυρά ερείσματα σε όλο τον κόσμο.

* Καθηγητής, Πρύτανης Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου