Όχι, δεν είναι σενάριο αρρωστημένης φαντασίας, ούτε σατανικό σχέδιο συνωμοσίας για καταστροφή του ανθρώπινου είδους. Είναι θανατικό κι αν δεν το δούμε σαν τέτοιο, ζήτω που καήκαμε. Ανατριχίλα και σύγκρυο σου ’ρχεται σαν κάνεις πως θυμάσαι τους μήνες της ειρκτής, του τρόμου, με τις μάσκες και τ’ αντισηπτικά, τις χαιρετούρες από μακριά, το μαρτύριο της σταγόνας στο άκουσμα των μέτρων που αυξάνονταν, την ελευθερία με το σταγονόμετρο – μισή ώρα την ημέρα για ένα σεργιάνι – τις ατελείωτες ουρές, τα μούτρα, την εριστική διάθεση σε κάθε λέξη, τις απίστευτες διαφορές που γεννήθηκαν μέσα σε ας πούμε ως χθες «αγαπημένες οικογένειες». Οι παράπλευρες απώλειες της ψυχικής αντοχής τώρα άρχισαν να εκδηλώνονται. Ανάγκη μεγάλη το ξέδομα, το νιώθουμε όλοι. Χιλιάδες με μειωμένα εισοδήματα, άλλοι μπροστά σε πλήρη καταστροφή, ανυπολόγιστο το πόσοι «επί ξύλου κρεμάμενοι», άνεργοι. Αρχίσαμε με την προτροπή «χαλαρά», σιγά-σιγά να ξανανοίξουν μαγαζιά κι εργοστάσια κι επιχειρήσεις να μην πάει φούντο ο τόπος, με θυσίες μ’ όλα τα «μπράβο» και «συγχαρητήρια» και «Η Κύπρος παράδειγμα σ’ όλη την Ευρώπη», αφού τα καταφέραμε κι αποφύγαμε τα χειρότερα τώρα το ξεχειλώσαμε. Επιστήμονες έκαναν σωστές κινήσεις, με σοφές προβλέψεις, γιατροί και νοσηλευτές έδωσαν ψυχή, πληρώνοντας κάποτε οι ίδιοι το τίμημα και πάλι κλάψαμε ανθρώπους. Μα αυτοί είμαστε.Καιρός δεν είναι να ξαναθυμηθούμε σκηνές απείρου κάλλους; 

Με το πρώτο «φτου ξελευτερία», επιδρομές στα σουβλατζίδικα, στα μαγαζιά, μ’ οτιδήποτε μπορούσε να μας κάνει να ξεχαστούμε για λίγο. 

Στην πρώτη έφοδο στις παραλίες ομηρικοί καυγάδες για μισή ώρα στον ήλιο λες και θα ’φευγε. Τι να πρωτοθυμηθείς και να μην αναρωτηθείς: Πώς έγινε και ξαμοληθήκαμε έτσι; Άνοιξαν αεροδρόμια, άρχισαν επαναπατρισμοί και ταξίδια έρχονται κρούσματα απ’ έξω, φέρνουμε πια κι εμείς απ’ την Ελλάδα που βογγάει, απ’ τα οδοφράγματα περνάνε νόμιμοι και παράνομοι που σέρνουν μαζί τους – ασυμπτωματικοί οι πιο πολλοί – τον ιό.

Στα κέντρα και τα εστιατόρια ο χαμός, καταγγελίες, πρόστιμα, με ψευτοδικαιολογίες πάνε να ξεφύγουν οι ένοχοι, όλα για το χρήμα, αυτή είναι κι άλλη πτυχή. Να έχεις και το Μπαρμπαρός να σεργιανάει στην αποκλειστική μας ζώνη, τα σαραντάρια, την υγρασία, τη σκόνη και να το βλέπεις το φάντασμα του ιού να σου βγάζει τη γλώσσα. Πάλι στημένοι, όσοι αγωνιούν, μπροστά στις οθόνες, στις έξι τ’ απόγεμα, ν’ ακούσουν για τα νέα κρούσματα, πάλι άνθρωποι στα νοσοκομεία, πάνω που είπαμε πως ξεμπερδέψαμε τουλάχιστον απ’ αυτό. 

Και νάτο το μακρύ ζεματιστό καλοκαίρι που μας είχαν τάξει οι μετεωρολόγοι. Νάτο το πισωπάτημα, μπροστά μας, όσο κι αν μας έλεγαν οι βιολόγοι να προσέχουμε πολύ, να μην ξανοιχτούμε. Τώρα, αν μας ξαναμαντρώσουν, ας μην βγάζανε αυτή τη νοοτροπία αδηφάγοι ζωντανού όσοι βγάζανε. Όσοι κρατήθηκαν μακριά τι φταίνε; Ζούμε σαν λαός μόνο για το σήμερα. Έρχεται, λέει, χειμώνας, εκεί θα δούμε τα δύσκολα. Εμβόλιο; Παλεύουν τέσσερις εταιρείες σε δύο χώρες, μα κι αν τα πειράματα πετύχουν ποιος θα πρωτοπρολάβει να το βρει; Τη λέξη μέτρο δεν την πολυέχουμε σε εκτίμηση, τώρα, σήμερα ότι χαρούμε, ασφάλεια καμιά. Βέβαια, καθένας περιμένει να προσέχει ο άλλος. Αξίζει ο κόπος για ένα γλέντι κάποιων, για ένα ταξίδι κάποιων, να βρισκόμαστε μπροστά στο φάσμα του θανάτου, όλοι;

Νεκροί σ’ όλο τον πλανήτη 760 χιλιάδες μέσα σε μήνες. Εδώ δοξάζεται το Ιταλικό vivere pericolozamente, το ζην επικινδύνως. Ναι, αλλά να το ζουν όσοι τ’ αποφασίζουν, όχι οι λίγοι ν’ αποφασίζουν για τους πολλούς. Περαστικά λοιπόν σ’ όσους επιζήσουν.