Τελευταίως, έκανε την εμφάνισή της, σε μερικές παραλίες της Κύπρου, μία μεταλλική κατασκευή σε σχήμα ψαριού. Οι εμπνευστές και κατασκευαστές της τονίζουν ότι κύρια αποστολή της είναι η υποβοήθηση των προσπαθειών για περιορισμό της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Και πράγματι! Κατά τη διάρκεια της προβολής της σχετικής σκηνής από τις οθόνες των τηλεοπτικών σταθμών της Κύπρου έβλεπες αρκετά άτομα με άχρηστα αντικείμενα στα χέρια, προπαντός πλαστικά και μεταλλικά δοχεία, που τα πετούσαν στην άδεια κοιλιά του μεταλλικού ψαριού. Ασφαλώς, όλα αυτά τα άχρηστα αντικείμενα είναι πολύ εύκολο να μεταφερθούν, στη συνέχεια, στο κατάλληλο μέρος για να τύχουν ανακύκλωσης, (η λέξη «ανακύκλωση» παράγεται από το ρήμα ανακυκλόω – ανακυκλώ) ή, αλλιώς, ανακύκλησης (η λέξη «ανακύκληση» παράγεται από το ρήμα ανακυκλέω – ανακυκλώ).
Χωρίς άλλο, άγιος και ιερός ο σκοπός των εμπνευστών τής εν λόγω κατασκευής, και ευχή όλων είναι ο άμεσος πολλαπλασιαμός και η τοποθέτησή της σε όλες τις παραλίες της χώρας. Όμως, μαζί με την εικόνα της κατασκευής, στις οθόνες των τηλεοράσεων εμφανιζόταν δίπλα της και η νέα λέξη, που πλάστηκε για να ονομάσει το καινούριο αντικείμενο, με τη διαφορά ότι η γραφή αυτής της νέας λέξης, το είπαν ανακυκλώψαρο, είναι λανθασμένη.
Ασφαλώς, για να σχηματιστεί η σύνθετη λέξη «ανακυκλόψαρο», ενώθηκαν το θέμα του πρώτου συνθετικού, ήτοι τού «ανακυκλ-ώ», και το δεύτερο συνθετικό, που είναι η λέξη «ψάρι», και αυτό έγινε με τη βοήθεια του φωνήεντος –ο, που ονομάζεται συνδετικό, επειδή έργο του είναι να συνδέει τις δύο λέξεις ( ανακυκλ-ό-ψαρο = ανακυκλόψαρο). Με βάση τα πιο πάνω, με κανένα τρόπο δεν δικαιολογείται η γραφή «ανακυκλώψαρο».
Πολύ πιθανόν, για τη λανθασμένη γραφή να ευθύνεται το γεγονός ότι το πρώτο συνθετικό, δηλ. το ανακυκλώ, είναι ρήμα της δεύτερης συζυγίας των ρημάτων, ήτοι στο πρώτο πρόσωπο της οριστικής του ενεργητικού ενεστώτα τονίζεται στη λήγουσα (ανακυκλ-ώ). Άλλα ρήματα της δεύτερης συζυγίας είναι και τα εξής: αγαπώ – αγαπιέμαι, χτυπώ – χτυπιέμαι, πετώ – πετιέμαι, τυραννώ – τυραννιέμαι, παρηγορώ – παρηγοριέμαι. Στις μετοχές αυτών των ρημάτων έχουμε –ω, όπως: τραγουδώ – τραγουδ-ώ-ντας, γελώ – γελ-ώ-ντας, πηδώ –πηδ-ώ-ντας, τιμώ – τιμ-ώ-μενος, προσδοκώ – προσδοκ-ώ-μενος. Βέβαια, σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε σύνθεση λέξεων και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει ούτε το συνδετικό φωνήεν –ο.
Όμως, και σε αυτήν την περίπτωση, δηλ. με τέτοια ρήματα ως πρώτα συνθετικά, η σύνδεση με το δεύτερο συνθετικό γίνεται με τη βοήθεια του συνδετικού φωνήεντος –ο και όχι τού –ω. Ακολουθούν σχετικά παραδείγματα: περνώ + διαβαίνω = περν-ο-διαβαίνω- περνοδιαβαίνω, (όχι: περν-ω-διαβαίνω), συγχωρώ + χαρτί = συγχωρ-ο-χάρτι – συγχωροχάρτι, χάνω+ μέρα= χασ-ο-μέρης – χασομέρης, πετώ + σφαίρα= πετ-ό-σφαιρα, πετόσφαιρα.
Ακόμη και στην περίπτωση που το πρώτο συνθετικό είναι επίρρημα που λήγει σε –ω, όπως «χάμ-ω», το –ω του επιρρήματος διαγράφεται, ενώ σημειώνεται οπωσδήποτε το συνδετικό φωνήεν –ο. Έτσι, έχουμε: χάμω + γελώ = χαμ-ο-γελώ -χαμογελώ, χάμω + σπίτι = χαμ-ό-σπιτο – χαμόσπιτο, χάμω + κλαδί = χαμ-ό-κλαδο – χαμόκλαδο.
Ασφαλώς, οι εξαιρέσεις αποτελούν κύριο… κανόνα για την ελληνική γλώσσα. Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις ελλείπει το συνδετικό φωνήεν, όπως: πισωγύρισμα (όχι: πισογύρισμα), πισωγυρίζω, πισώπλατα, πισωδρομώ, πισωκάπουλα, κατωσάγονο, κατωσέντονο, κατωφέρεια, κατωφερής, πανώφορι και άλλα.
Από τα πιο πάνω, φαίνεται ότι τα επιρρήματα σε –ω που γίνονται πρώτα συνθετικά, φυλάγουν το –ω, εκτός από το επίρρημα «χάμω».
Χωρίς άλλο, υπάρχουν και άλλες σύνθετες λέξεις, που δεν συνδέονται απαραιτήτως με το συνδεικό φωνήεν –ο, όπως: τριαντά-φυλλο, κατα-κέφαλα, ολη-μερίς, παρα-κλάδι, κατά-ντικρυ και άλλα.
Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι οι λέξεις ορυχείο, οροφή, όνομα, ομαλός, όλεθρος (= καταστροφή), οδύνη (=πόνος), ομνύω (= ορκίζομαι), όταν γίνονται δεύτερα συνθετικά, γράφονται με –ω στην αρχή και όχι με –ο. Γράφουμε, λοιπόν: μεταλλ-ω-ρυχείο, χρυσ-ω-ρυχείο, αργυρ-ω-ρυχείο, δι-ώ-ροφος, τρι-ώ-ροφος, πολυ-ώ-ροφος, αν-ώ-νυμος, επ-ώ-νυμο, συν-ώ-νυμα, αν-ώ-μαλος, αν-ω-μαλία, παν-ω-λεθρία, αν-ώ-δυνος, επ-ώ-δυνος, συν-ω-μοσία, ορκ-ω-μοσία. Στις περιπτώσεις τών ως άνω λέξεων ισχύει ο νόμος της εκτάσεως των συνθέτων, ήτοι η μετατροπή βραχέος φωνήεντος σε μακρό (αν + όνομα – αν-ώ-νυμος, δέκα + όροφος – δεκα-ώ-ροφος).
Με όλα όσα είπαμε πιο πάνω, γίνεται αντιληπτό ότι πρέπει να γράφουμε «ανακυκλόψαρο» και όχι «ανακυ-
κλώψαρο».
*Φιλόλογος