To Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη Ποινική Έφεση αρ. 96/2019 ημερομηνίας 28 Ιουλίου 2020, Καζάνου v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας δέχθηκε την Έφεση και αθώωσε την  Εφεσείουσα/Κατηγορούμενη 2, η οποία κρίθηκε πρωτόδικα ένοχη, υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, στις κατηγορίες παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €36.014,89 και €34.297,76 (ο οποίος ήταν καταβλητέος για τις φορολογικές περιόδους 1.12.2006 – 28.2.2007 και 1.3.2007 – 31.5.2007 αντίστοιχα). Η πρωτόδικη απόφαση, καταδίκη, ποινή και Διάταγμα πληρωμής του οφειλόμενου ποσού ακυρώθηκαν.  Επίσης, ακυρώθηκε και η πρωτόδικη απόφαση για τα έξοδα.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε αποδεκτό λόγο έφεσης ο οποίος αφορούσε τα συνταγματικά δικαιώματα της Εφεσείουσας και συγκεκριμένα το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Με αναφορά στην πλήρη ταύτηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο καθόρισε ότι η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος για δίκαιη, δημόσια  και εντός λογικής προθεσμίας δίκη ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, (το οποίο είναι ταυτόσημο με το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), καθιστά τη διαδικασία άκυρη, στην ολότητά της. 

Πρωτόδικα, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε σε 32 περιπτώσεις. Οι 12 περιπτώσεις αφορούσαν αίτημα αναβολής του συνηγόρου της Εφεσείουσας/Κατηγορούμενης, άλλες 12 φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και 8 φορές κατόπιν αιτήματος της Κατήγορου.  Η δε διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχη η Εφεσείουσα έγινε αρχές του 2007 και μέχρι την καταδίκη της και επιβολής ποινής, 31.5.2019 και 21.6.2019 αντίστοιχα, παρήλθαν σχεδόν 13 έτη.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά την εξέταση των τριών παραγόντων: (α) πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και (γ) τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τις διοικητικές και δικαστικές αρχές, είχε την άποψη ότι δεν ήταν δυνατό η υπόθεση να ενταχθεί στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων και παρά τη συμπεριφορά της Εφεσείουσας/Κατηγορούμενης 2, τόνισε την πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου να διασφαλιστεί το Συνταγματικό αυτό δικαίωμα του Κατηγορουμένου, δηλαδή αυτό της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός Κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου. Η αναβολή της Ακρόασης 12 φορές λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και 8 φορές κατόπιν αιτήματος της Κατήγορου όπως αναφέρθηκε, «αποτελεί από μόνο του εσφαλμένο προγραμματισμό» του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, η δε περίπτωση αναφέρθηκε ως «παράδειγμα προς αποφυγή».

Η πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ιδωμένη από πλευράς διάγνωσης ποινικής ευθύνης εντός εύλογου χρόνου, ενδεχομένως να αποτελέσει τροχοπέδη σε περιπτώσεις επανειλημμένων αναβολών ακροάσεων σε μη πολύπλοκες υποθέσεις και να περιορίσει την αναμονή που υφίστανται οι διάδικοι στα πλαίσια εκδίκασης μιας υπόθεσης, ακόμη και εάν μέρος της αναμονής οφείλεται στον ίδιο τον διάδικο, ενώ η παρουσίαση τυπικής μαρτυρίας στο Δικαστήριο, να γίνεται σε κατά το δυνατόν ελάχιστο αριθμό ημερών. Επί του προγραμματισμού και διαχείρισης υποθέσεων, ανεξάρτητα από την πιο πάνω απόφαση, αναμένεται να υποβοηθήσει και η πρακτική εφαρμογή του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Σχολής Δικαστών Νόμος του 2020, Ν. 101 (Ι)/2020, ο οποίος δημοσιεύτηκε την 14 Αυγούστου 2020 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. 

*Δικηγόρος