Ο Λεόντιος Μαχαιράς, ένας πολύ γνωστός Έλληνας Κύπριος χρονικογράφος (ή και χρονογράφος), έζησε πιθανόν μεταξύ του β’ μισού του 14ου και του πρώτου μισού του 15ου αιώνα και υπηρέτησε ως αυλικός τους Φράγκους βασιλιάδες της Κύπρου και, συγκεκριμένα, αυτούς του οίκου των Λουζινιάν. Το αξιόλογο έργο του φέρει τον τίτλο «Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η οποία λέγεται Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν», είναι γραμμένο στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα εκείνης της περιόδου και καλύπτει την ιστορία της Κύπρου από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι και το 1432.
Ανάμεσα σε πολλά άλλα, εκθέτει και τις θέσεις του αναφορικά με τη γλώσσα των κατοίκων του νησιού μας την περίοδο εκείνην. Γράφει σχετικώς: «…και πήραν τον τόπο οι Λαζανιάδες (δηλ. οι Λουζινιανοί) και από τότες αρκέψαν να μαθάνουν φράγκικα και βαρβαρίσαν τα ρωμαίικα ( δηλ. τα Ελληνικά) ωσγοιόν ( δηλ. σαν, όπως ) και σήμερον και γράφομεν φράγκικα και ρωμαίικα, ότι εις τον κόσμον δεν ηξεύρουν είντα συντυχάνομεν…).
Χωρίς άλλο, σήμερα αντιμετωπίζουμε μία ανάλογη κατάσταση αναφορικά με τη γλώσσα που ομιλείται στο νησί μας. Ασφαλώς, δεν ομιλούμε και δεν γράφουμε μία ανάμικτη φραγκοελληνοκυπριακή διάλεκτο, όπως γινόταν στα χρόνια του Λεόντιου Μαχαιρά, αλλά, με βάση τα νέα δεδομένα, βρίσκεται σε ευρεία χρήση μια άλλη μπασταρδεμένη ελληνική διάλεκτος, η οποία, ευστόχως, θα μπορούσε να αποκληθεί αγγλοελληνοκυπριακή.
Κάθε λεπτό και στιγμή που επικοινωνούμε με τους συμπολίτες μας, τα αφτιά μας βομβαρδίζονται με τα hello, τα thank you, τα please, τα super, τα yes και τα no. Σίγουρα, επιβάλλεται, σήμερα, να γνωρίζουμε μια ή και περισσότερες ξένες γλώσσες, όχι, όμως, να αναμιγνύουμε στοιχεία των δύο γλωσσών και να χρησιμοποιούμε για την επικοινωνία μας μια μπασταρδεμένη γλώσσα. Δυστυχώς, με το πέρασμα του χρόνου, διαπιστώνει κανείς ότι πάμε από το κακό στο χειρότερο. Έτσι, το ελληνικό «διάλειμμα», που σημαίνει την παύση ή τη διακοπή μιας ορισμένης ενέργειας ή κατάστασης, πετάγεται στον κάλαθο των αχρήστων για να αντικατασταθεί από το αγγλικό «brake», οι «ειδήσεις» ή τα «νέα» θεωρούνται ακατάλληλα για να δηλώσουν την παρουσίαση ή την ανακοίνωση των πρόσφατων γεγονότων και συμβάντων από τους σταθμούς των ραδιοφώνων ή των τηλεοράσεων και στη θέση αυτών χρησιμοποιείται το αγγλικό «news». Με ανάλογο τρόπο, αντί της ελληνικής λέξης «προϋπολογισμός» προτιμάται ο αγγλικός όρος «budget» και ο «αυτοκινητόδρομος» μπαίνει στο περιθώριο για να πάρει τη θέση του ο ξενικός όρος «high way».
Και το χειρότερο! Ποιος να το πίστευε ότι, στις μέρες μας, θα οδηγούμαστε στο σημείο να αφήνουμε άκλιτα επίθετα της γλώσσας μας, μολονότι η κλίση των επιθέτων είναι από τα βασικά γνωρίσματα της ελληνικής γλώσσας.
Φαίνεται ότι για πολλούς το γλωσσικό αισθητήριο έπαψε πια να λειτουργεί και ως εκ τούτου, στις μέρες μας, οι γλωσσικοί βαρβαρισμοί κατήντησαν σύνηθες φαινόμενο, με αποτέλεσμα η ελληνική γλώσσα να υποβαθμίζεται. Φτάσαμε στο σημείο να ακούμε « οι βυσσινί του Παραλιμνίου θα δώσουν όλες τους τις δυνάμεις για να εξασφαλίσουν τη νίκη στον αυριανό αγώνα». Αφαλώς, στη σχετική πρόταση το όνομα «βυσσινί» θα έπρεπε να κλιθεί και έτσι, πρέπει να λέμε και να γράφουμε « οι βυσσινιοί» και όχι «βυσσινί». Χωρίς άλλο, το σχετικό χρώμα έχει να κάνει με το χρώμα της στολής αυτής της ομάδας.
Η κλίση του επιθέτου «ο βυσσινής, η βυσσινιά, το βυσσινί» στο αρσενικό γένος έχει ως εξής: Ενικός – ο βυσσινής, του βυσσινιού και του βυσσινή, τον βυσσινή, βυσσινή. Πληθυντικός- οι βυσσινιοί, των βυσσινιών, τους βυσσινιούς, βυσσινιοί. Ακούμε, ακόμη, να γίνεται λόγος για «πορτοκαλί προειδοποίηση λόγω υψηλών θερμοκρασιών» και όχι για «πορτοκαλιά προειδοποίηση» (ο πορτοκαλής, η πορτοκαλιά, το πορτοκαλί). Βέβαια, όσοι διαφωνούν με τη γραφή αυτήν των χρωμάτων, ήτοι «ο βυσσινής, η βυσσινιά, το βυσσινί», προβάλλουν τις δικές τους δικαιολογίες για τη διαφορετική γραφή που προτείνουν και που είναι «ο βυσσινύς, η βυσσινιά, το βυσσινί», δηλ. ακολουθούν την κλίση των επιθέτων σε -ύς, -ιά, -ύ, όπως ο βαθύς, η βαθιά, το βαθύ.
Όσον αφορά στην κατάληξη –ι των επιθέτων που δηλώνουν χρώμα, ήτοι ο βυσσινίς, η βυσσινί, το βυσσινί, οι βυσσινί, των βυσσινί και άλλα, υποστηρίχθηκε ότι προήλθε από το τουρκικό mavi ( ο μαβίς, η μαβί, το μαβί, οι μαβί και άλλα. Όμως, στο πέρασμα του χρόνου, καθιερώθηκε η γραφή σε –ής (ο μαβής, η μαβιά, το μαβί), που είναι σύμφωνη περισσότερο με την κλίση των επιθέτων αυτών κατά τα πολλά ονόματα σε –ης, όπως: o μαχητής, ο ποιητής, ο μαθητής κ.ά.
Ως εκ τούτου, πρέπει να λέμε και γράφουμε: οι βυσσινιοί, οι πορτοκαλιοί, οι πράσινοι, οι γαλαζοκίτρινοι, οι μαυροπράσινοι.
Εξυπακούεται ότι μερικά άλλα ονόματα χρωμάτων, που δεν κατέστη δυνατόν να ενταχθούν στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής, θα εξακολουθήσουν να μένουν άκλιτα, όπως: σαξ, γκρι (προτιμότερο το «γκρίζο» επειδή κλίνεται), μοβ.
*Φιλόλογος.