Γράφω το παρόν σημείωμα ως ενεργός Πολίτης – Ακτιβιστής, ως Δικηγόρος, ως παλαιός αστυνομικός ανακριτής και ιδιαίτερα ως Ιδρυτής και Πρόεδρος του Φιλοαστυνομικού Συνδέσμου Κύπρου (ΦΣΚ) για πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα (29 χρόνια) ανιδιοτελούς θετικότατης προσφοράς, με πρόγραμμα και όραμα, σε αγαστή συνεργασία με την Ηγεσία, τα πολιτικά κόμματα, οργανωμένα σύνολα, προς όφελος της Κοινωνίας και της Αστυνομίας μας. Αισθάνομαι την ηθική και καταστατική υποχρέωση να υπερασπιζόμαστε και να στηρίζουμε –κόντρα στο ρεύμα– την Αστυνομία μας και την ανακριτική αποστολή της. Κρίνω και κατακρίνω τις υποβολιμαίες πρόσφατες, άδικες ψιθυρολογίες και δηλώσεις εναντίον των θεσμικών λειτουργών της Αστυνομίας σχετικά με τις υπηρεσιακές ενέργειες της για ανακάλυψη των οποιωνδήποτε ενεχομένων στην παράνομη, ύποπτη, «κερδοφόρα παραχώρηση», στη διαρροή εγγράφων προς ξένο ραδιοτηλεοπτικό σταθμό που επιχειρεί στη διεθνή καταβαράθρωση της Τουρκομοιρασμένης Πατρίδας μας.
Διαφωνώ και με τις προσωπικές δηλώσεις σε Κυριακάτικη Εφημερίδα στις 6/9/20, νομικές απόψεις, σπουδαίων αγαπητών συναδέλφων δικηγόρων, πρώην κρατικών αξιωματούχων κ. Γιαννάκη Ομήρου, Αριστοφάνη Γεωργίου, Μιχάλη Παπαπέτρου και Χρίστου Πουργουρίδη διότι:
1) Ο αστυνομικός ανακριτής οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος έχει το νόμιμο δικαίωμα να προσπαθήσει να πληροφορηθεί ή να λάβει ανοιχτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση σχετικά με διερευνώμενη ποινική υπόθεση όπως στην παρούσα για τη διαρροή εγγράφων οποιωνδήποτε σχετικών προσώπων τα οποία είναι δυνατό να βοηθήσουν στην εξιχνίαση συμπεριλαμβανομένων των Προέδρων της Δημοκρατίας, της Βουλής, της Δικαστικής Εξουσίας, γιατί όλοι είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου. Είναι δημόσιο καθήκον τους και μπορούν να αρνηθούν.
2) Ο αστυνομικός ανακριτής ο οποίος διερευνά την πιο πάνω ποινική υπόθεση δικαιούται σύμφωνα με τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφάλαιο 155 άρθρο 6(1) να επισκεφθεί στον κατάλληλο τόπο και χρόνο και να επιδώσει προσωπικά Γραπτή Διαταγή (και) σε οποιοδήποτε θεσμικό πρόσωπο για να του παραδώσει κατονομαζόμενα έγγραφα τα οποία βρίσκονται στη νόμιμη κατοχή του ή στον έλεγχο του σε καθορισμένο εύλογο τόπο και χρόνο με την έγγραφη υπογράμμιση ότι εάν παραλήψει χωρίς εύλογη αιτία να τα παρουσιάσει είναι ένοχος αδικήματος, τιμωρούμενος μέχρι 3 χρόνια φυλάκιση και/ή καθορισμένο χρηματικό πρόστιμο κ.λπ.
3) Η ενέργεια αυτή του αστυνομικού ανακριτού έγινε μετά από άμεση αιτιολογημένη δήλωση του Προέδρου της Βουλής κ. Δ. Συλλούρη, ότι είναι έτοιμος να συνδράμει στις προσπάθειες της αρμόδιας Αστυνομίας του Κράτους μας.
4) Ο ίδιος αστυνομικός ανακριτής με την έγκριση και συμπαράσταση του Αρχηγού του απευθύνθηκε προς την αρμόδια Νομική Υπηρεσία η οποία και υπάγεται στον Γενικό Εισαγγελέα και η οποία αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία ενέκρινε την επίσκεψη του ανακριτού στα όσα νόμιμα αναφερθέντα εφαρμόστηκαν.
5) Είναι πανίσχυρο επιτακτικό και δημόσιο το νομικό καθήκον της Αστυνομίας να εξετάσει την ποινική υπόθεση με επαγγελματισμό, αντικειμενικότητα και συνταγματική δυνατότητα το συντομότερο δυνατόν υπό τας περιστάσεις.
6) Εκείνος που συνταγματικά δικαιούται και υποχρεούται να αποφασίσει για την όλη υπόθεση είναι ο προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας, ο Γενικός Εισαγγελέας και μόνος αυτός.
7) Με τα πιο πάνω αναφερόμενα η ενέργεια της Αστυνομίας του Αρχηγού της διά του αρμόδιου αστυνομικού ανακριτή, να εισέλθει εντός του χώρου της Βουλής και του αρμοδιότερου θεσμικού λειτουργού της – Γενικού Διευθυντού της και να του επιδώσει την αναφερθείσα Γραπτή Διαταγή για την παρουσία των αιτουμένων, αναγκαίων, καθορισμένων εγγράφων ήταν ορθή, αναγκαία, απόλυτα καλυμμένη νομικά, ηθικά με τον καταλληλότερο τόπο, τρόπο και λειτουργό.
8) Είναι απόλυτο καθήκον της Νομοθετικής Εξουσίας να υποβοηθήσει και όχι να υποκρύπτει ουσιώδη στοιχεία στη διαλεύκανση του οποιουδήποτε εξεταζόμενου αδικήματος.
9) Η αυστηρή διάκριση των εξουσιών Εκτελεστικής, Νομοθετικής Δικαστικής είναι μόνο προς το καλό και δημόσιο συμφέρον γιατί αυτό απαιτεί η ηθική, η νομιμότητα, η αποτελεσματικότητα και η θέληση του λαού. Η λαϊκή κυριαρχία του η οποία συχνά υβρίζεται, καθυβρίζεται και εξυβρίζεται κατ’ εξακολούθηση.
10) Εάν στην πορεία των ανακρίσεων, φανερωθεί ή διαπιστωθεί η όποια συμμετοχή στο
εξεταζόμενο αδίκημα από βουλευτή, τότε η ποινική ανάκριση αδρανεί μέχρι την
τελική απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου για άρση της ασυλίας του και στη
συνέχιση της ποινικής ανακρίσεως υπό την κατάλληλη διαδικασία.
Υστερόγραφο: Δεν έχω μιλήσει με την Αστυνομία ή με οποιονδήποτε αξιωματούχο της. Είμαι προσωπικά υπόλογος και υπεύθυνος για τις οποιεσδήποτε αποφάσεις και ενέργειές μου.