Στο σημερινό άρθρο θα προσπαθήσω να δω βαθύτερα το πρόβλημα της φετινής μεγάλης αποτυχίας των τελειοφοίτων μας στις Παγκύπριες εξετάσεις, που ήταν και το θέμα του προηγούμενου μου άρθρου, παρουσιάζοντας τη φιλοσοφική πλευρά του θέματος, δηλαδή την ανάγκη νομιμοποίησης της εκπαιδευτικής γνώσης. Με τον όρο νομιμοποίηση εννοώ την ανάγκη που δημιουργήθηκε στη σημερινή εποχή της καθολικής φοίτησης  για ευρεία και εκούσια αποδοχή της αξίας της διδασκόμενης στα σχολεία γνώσης από ένα ευρύ φάσμα της κοινής γνώμης και προπαντός από τη μεγάλη πλειοψηφία των άμεσα εμπλεκομένων οργανώσεων (εκπαιδευτικών οργανώσεων, συνομοσπονδιών γονέων, και συμβουλίων μαθητών).

Θα ξεκινήσω με μια σχετική με το θέμα προσωπική ανάμνηση. Όταν γύρισα από μεταπτυχιακές παιδαγωγικές σπουδές στο Λονδίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πολλοί φίλοι και συνάδελφοί μου με ρωτούσαν αν έφερα από το Λονδίνο καινούργιες μεθόδους διδασκαλίας. Ήταν φανερό ότι πίστευαν ότι αυτό ήταν εκείνο που κατ’ εξοχήν χρειαζόταν την εποχή εκείνη η ελληνοκυπριακή εκπαίδευση, αυτός δηλαδή ήταν ο κατ’ εξοχήν όρος της μαθησιακής εξίσωσης που έπρεπε να αλλάξει για να υπάρξει εκπαιδευτική πρόοδος στο νησί.

Η στάση αυτή είναι βέβαια κατανοητή, αν λάβουμε υπόψη τα δεδομένα της εποχής εκείνης: πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, σχεδόν πλήρης ταύτιση της εκπαίδευσής μας με εκείνη της Ελλάδας για να μπορεί να συνεχίσει η χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις εγγραφή των αποφοίτων των εξατάξεων γυμνασίων μας στα πανεπιστήμια της Ελλάδας, τα μαθησιακά επίπεδα και η συμπεριφορά των μαθητών ήταν πολύ ικανοποιητικά και δεν υπήρχε ούτε μια περίπτωση να παραδώσει κάποιος άσπρη κόλλα στις εξετάσεις, η οικονομία της Κύπρου δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί πολύ και οι ανάγκες της σε υψηλά τεχνολογικά επίπεδα καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού ήταν περιορισμένες και καλύπτονταν σε αρκετό βαθμό τόσο από τις αλλαγές στο αναλυτικό πρόγραμμα με τριχοτόμηση του λυκείου (κλασικό, πρακτικό και εμπορικό) που εισήγαγε ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις το 1947 ως γυμνασιάρχης του Παγκυπρίου Γυμνασίου και τη δεκαετία 1960 πρώτα ως Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης και ύστερα ως Υπουργός Παιδείας, όσο και από την ίδρυση τεχνικών σχολών από τη βρετανική διοίκηση του νησιού το χρονικό διάστημα 1956-1959.

Ποιες ήταν οι εξελίξεις από τότε μέχρι σήμερα; Η πρώτη εξέλιξη είναι ότι υπάρχει σήμερα αμφιβολία για όλους τους όρους της μαθησιακής εξίσωσης: τους στόχους της εκπαίδευσης, τα αναλυτικά προγράμματα, τα διδακτικά εγχειρίδια, την ποσότητα της ύλης, την εισαγωγή της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, την οργάνωση του σχολείου, τη σκοπιμότητα της στασιμότητας έστω και μικρού αριθμού μαθητών κάθε χρόνο και το μέλλον των μαθητών αυτών, τον ρόλο και τις εξουσίες των μαθητών, την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των μαθητών και για πολλά άλλα. Ο αριθμός των θεμάτων αυτών αυξήθηκε πολύ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πρώτα, λόγω της επέκτασης της δωρεάν εκπαίδευσης μέχρι τα 18 και της υποχρεωτικής μέχρι τα 15 και, δεύτερο, ως αποτέλεσμα της επίδρασης που είχε η θεωρητική και επιστημονική ενημέρωση της κοινής γνώμης από τη δημοσίευση τον Αύγουστο του 1995 της Έκθεσης που ετοιμάστηκε από την επταμελή Επιτροπή υπό την προεδρία του ακαδημαϊκού Ανδρέα Κσζαμία.

Τι έκανε το Υπουργείο Παιδείας από τότε μέχρι σήμερα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών και ιδιαίτερα του προβλήματος της νομιμοποίησης της εκπαιδευτικής γνώσης, που είναι και το πιο ακανθώδες; Πρέπει να ομολογήσουμε πως έκανε πολλές προσπάθειες. Εισήγαγε ήπιες αλλαγές που θα διατηρούσαν μεν τη βασική φιλοσοφία και τις κύριες θεσμικές ρυθμίσεις του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά θα έκαναν τη γνώση πιο αποδεκτή και φιλική στους μαθητές. Η πιο αξιόλογη τέτοια καινοτομία ήταν η εισαγωγή του Λυκείου Επιλογής Μαθημάτων (ΛΕΜ) το 1976 και του Ενιαίου Λυκείου το 1995, που παρείχαν το δικαίωμα στους μαθητές να επιλέγουν τα μαθήματα της αρεσκείας τους. Το λογικό επιχείρημα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η εισαγωγή της καινοτομίας αυτής ήταν η παραδοχή πως η παρώθηση των μαθητών για μάθηση και επομένως και για νομιμοποίηση της εκπαιδευτικής γνώσης μεταξύ των μαθητών θα αυξανόταν, όταν θα είχαν να παρακολουθούν και να μελετούν μαθήματα της αρεσκείας τους. Η καινοτομία αυτή ήταν σύμφωνη και με τις δημοκρατικές αντιλήψεις περί του σωστού ρόλου  του εκπαιδευτικού ως κηπουρού που πρέπει να βοηθήσει το δενδρύλλιο-μαθητή  να αναπτυχθεί σωματικά, ψυχικά και πνευματικά και όχι ως πλαστουργού που θα πλάσει τον άμορφο πηλό σύμφωνα με άνωθεν καθορισμένες νόρμες. Η πικρή πείρα έδειξε ωστόσο πως η παραδοχή εκείνη δεν ήταν απόλυτα σωστή. Πολλοί μαθητές τελικά διάλεγαν μαθήματα με κριτήριο όχι τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες για την προετοιμασία για το μέλλον τους αλλά με βάση την ευκολία τους και στην πράξη ελάχιστα ενδιαφέρονταν για την ουσιαστική μόρφωσή τους. Έτσι φτάσαμε στην κατάργηση του Ενιαίου Λυκείου και την εισαγωγή των αλλαγών στο αναλυτικό πρόγραμμα το 2012 και στο Ωρολόγιο Πρόγραμμα το 2015. Οι αλλαγές αυτές ωστόσο δεν μπόρεσαν να λύσουν το θεμελιώδες πρόβλημα της νομιμοποίησης της εκπαιδευτικής γνώσης, γιατί, όπως εξελίχθηκε σήμερα τα πρόβλημα της εκπαιδευτικής γνώσης, δεν υπάρχει μια λύση που να καλύπτει ολόκληρο τον μαθητικό πληθυσμό. Γι’ αυτό πρέπει να αναζητήσουμε μια σύνθετη λύση. Όπως έγραψε στις 3 Σεπτ. στην Καθημερινή Αθηνών ο αρθρογράφος της Πάσχος Μανδραβέλης,«δεν υπάρχουν στο τζόκερ μαγικοί αριθμοί ούτε στη ζωή μαγικές λύσεις. Δεν υπάρχει καν μαγικός κανόνας πώς να λειτουργούν όλα τα δημοτικά σχολεία, όλα τα γυμνάσια και λύκεια. Για την ακρίβεια, επειδή κάθε λύση του υπουργείου είναι η συνισταμένη όλων των επιμέρους προτάσεων, τελικά δεν βολεύει κανέναν. Γι’ αυτό αλλάζουμε και ξαναλλάζουμε τις παραμέτρους του προβλήματος για να διαπιστώσουμε ότι τα μπαλώματα που φτιάξαμε στη μια μεριά άνοιξαν τρύπες σε κάποια άλλη».