Οι βασικές υπηρεσίες προς τις οποίες επικεντρώθηκε η οικονομία μας είναι κυρίως ο τουρισμός, με τη γνωστή ευαισθησία και αστάθεια, οι τραπεζικές υπηρεσίες, τις οποίες μας έπληξε η Ε.Ε. στοχευμένα, περιορίζοντας τον κύκλο εργασιών τους στα μεγέθη της χώρας μας, οι υπηρεσίες παροχής συμβουλών, εγγραφής υπεράκτιων εταιρειών και, πρόσφατα, οι υπηρεσίες τριτοβάθμιας ιατρικής και τριτοβάθμιας παιδείας.
Όπως ήδη αναφέραμε, η προτίμηση ή/και η αδυναμία του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου προς το εύκολο και γρήγορο κέρδος μάς επικέντρωσε στον τουρισμό, στις τράπεζες και στις υπεράκτιες εταιρείες. Δεν αμφισβητώ ότι ο τομέας των υπηρεσιών είναι πολύ σημαντικός και ότι χώρες παραδοσιακά βιομηχανικές, όπως λ.χ. η Βρετανία, έχουν προ πολλού στραφεί προς αυτές.
Όμως, οι δυνατότητές μας ως μικρής και αδύνατης χώρας περιορίζονται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό που επιβάλλουν μεγάλες χώρες. Οφείλουμε να στραφούμε σε τομείς υπηρεσιών που μπορούν να αναπτυχθούν και που έχουν πολύ μεγαλύτερη σταθερότητα και αντοχή από τον τουρισμό και που μάλλον δεν ενοχλούν τους μεγάλους. Τέτοιοι τομείς είναι η υγεία και η παιδεία.
Το σοσιαλιστικό κίνημα από πολλά χρόνια προσπαθεί να προωθήσει αυτή την πολιτική, που θα καταστήσει την Κύπρο σπουδαίο περιφερειακό κέντρο τριτοβάθμιας ιατρικής και γενικής υγείας, καθώς και σπουδαίο περιφερειακό κέντρο τριτοβάθμιας παιδείας.
Παραθέτω αποσπάσματα ομιλίας μου στη Βουλή κατά τη συζήτηση των προϋπολογισμών του 1997:
“Με μια σωστή πολιτική, η Κύπρος θα μπορούσε να γίνει ένα πρώτης τάξεως περιφερειακό κέντρο υγείας, με τεράστια οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία μας. Έχουμε εξαίρετους επιστήμονες σ’ όλα σχεδόν τα πανεπιστημιακά κέντρα και τα μεγάλα κέντρα υγείας της Αμερικής, της Βρετανίας, της Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Χρειαζόταν πολιτική και επενδύσεις».
Και συνεχίζαμε:
«Μπορούσε επίσης η Κύπρος να καταστεί ένα σπουδαίο περιφερειακό κέντρο ανώτατης παιδείας. Υποδομή υπάρχει. Και άριστους επιστήμονες και τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μας έλειψε η πρακτική. Η φαντασία και η τόλμη. Όχι μόνο δεν προχωρήσαμε προς αυτή την κατεύθυνση αλλά αντίθετα κάναμε ό,τι μπορούσαμε να δυσκολέψουμε αυτή την εξέλιξη με αποτέλεσμα να καταλήξουμε σε μια χρόνια διελκυστίνδα υπουργείου και κολλεγίων, εις βάρος ασφαλώς των συμφερόντων του τόπου».
Με καθυστέρηση και χωρίς σωστό προγραμματισμό μπήκαμε «διστακτικά» και σ΄ αυτούς τους τομείς υπηρεσιών.
Στον τομέα της υγείας καθυστερήσαμε πάρα πολύ να κάνουμε δύο πράγματα που θα μπορούσαν να σπρώξουν και να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη αυτή. Το πρώτο ήταν το ΓΕΣΥ, για το οποίο χάσαμε τουλάχιστον 20 χρόνια, που στοίχισαν και στο ίδιο το ΓΕΣΥ, λόγω διαφοράς ως προς το χαρακτήρα του συστήματος. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που ήθελε πολυασφαλιστικό και ουσιαστικά ιδιωτικοποιημένο, ενώ το μονοασφαλιστικό που εμείς θέλαμε, ήθελε ένα ΓΕΣΥ κρατικό, με ραχοκοκκαλιά τα δημόσια νοσηλευτήρια, ένα σύστημα κοινωνικής αλληλεγγύης.
Η για χρόνια επιμονή στο πολυασφαλιστικό και στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο είχε ως αποτέλεσμα την «εγκατάλειψη» του δημόσιου τομέα υγείας και τη ραγδαία ανάπτυξη του ιδιωτικού. Σε τέτοιο βαθμό που ο ιδιωτικός τομέας να είναι πλέον σε θέση να διαμορφώνει τις τιμές.
Το δεύτερο είναι δυστυχώς η συνεχιζόμενη διελκυστίνδα και κατά συνέπεια καθυστέρηση στη δημιουργία πανεπιστημιακών κλινικών, απαραίτητων για την ανάπτυξη της τριτοβάθμιας ιατρικής.
Σε ό,τι αφορά τώρα την τριτοβάθμια εκπαίδευση, δυστυχώς μάς ξεπέρασε το ψευδοκράτος, το οποίο σήμερα έχει διπλάσιο τουλάχιστον αριθμό ξένων φοιτητών από ό,τι εμείς.
Παρ΄ όλα αυτά, τίποτα δεν τέλειωσε. Έχουμε τις δυνατότητες και οφείλουμε να τις αξιοποιήσουμε.
Στην ανώτατη παιδεία, στα πανεπιστήμια, οι εξελίξεις στη Βρετανία, μετά το Brexit, με την κατακόρυφη αύξηση των διδάκτρων, δημιουργούν συνθήκες απαγορευτικές για κάποιους και ιδιαίτερα ευνοϊκές για τα δικά μας πανεπιστήμια. Πάνω σ’ αυτό το στοιχείο πρέπει από τώρα να αρχίσει και να ολοκληρωθεί σχεδιασμός, ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες ανταγωνιστικές και ευνοϊκές για μας. Ο όρος ανταγωνιστικές δεν περιλαμβάνει μόνο την οικονομική πτυχή. Περιλαμβάνει απαραιτήτως και την ποιοτική πτυχή και τα ερευνητικά κέντρα και τις πανεπιστημιακές κλινικές, ακόμα και τη γεωγραφική θέση και το κλίμα.
Το κράτος οφείλει να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση και σε συνεργασία τόσο με τα πανεπιστήμια όσο και με άλλους σχετικούς φορείς, να καταστρώσει μια ολοκληρωμένη πολιτική.
Εξίσου σημαντικό είναι τα τραπεζικά ιδρύματα να ιεραρχήσουν τον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης στις πιο ψηλές προτεραιότητες για δανειοδοτήσεις.
Η γλώσσα διδασκαλίας, αν πρόκειται να επιτύχουμε, θα είναι η Αγγλική, λαμβανομένου υπόψη και προς τα που στοχεύουμε για φοιτητές.
Θεωρώ σκόπιμο και πολύ χρήσιμο για πολλούς λόγους, πολιτικούς και άλλους, την ανάπτυξη της γαλλικής γλώσσας και παιδείας από τα χαμηλά επίπεδα μέχρι τα πανεπιστημιακά. Με τη δημιουργία γαλλόφωνων σχολείων όλων των βαθμίδων, ενός πανεπιστημίου συμπεριλαμβανομένου. Ας μη ξεχνούμε ότι πέραν των δεσμών μας με τη Γαλλία, μετά το Brexit η γαλλική γλώσσα είναι η κύρια γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι ένα γαλλόφωνο πανεπιστήμιο στην Αν. Μεσόγειο έχει πολλά να προσφέρει και στη Γαλλία αλλά και στην Κύπρο. Σε σχέση τώρα με το ψευδοκράτος, θα είμαστε ούτως ή άλλως σε πλεονεκτική θέση, δεδομένης της νομιμότητας του κράτους μας και των πανεπιστημίων μας.
Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΜΟΝΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΓεΣΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ
Πρέπει να τονίσουμε ξανά ότι το «παιχνίδι» για τον χαρακτήρα του ΓεΣΥ δεν έχει ακόμα τελειώσει. Τα συμφέροντα τα οποία θέλουν το πολυασφαλιστικό σύστημα είναι ήδη πολύ ισχυρά και αν η πολιτεία δεν κατορθώσει να αλλάξει τους συσχετισμούς μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων νοσηλευτηρίων δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τελικά το σύστημά μας θα είναι μονοασφαλιστικό και κοινωνική κατάκτηση. Κι ας μην ξεχνούμε ότι υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που θέλουν και υποστηρίζουν το πολυασφαλιστικό και τις ιδιωτικοποιήσεις των νοσοκομείων. Το κράτος έχει την ευθύνη για το αποτέλεσμα και το σοσιαλιστικό κίνημα της Κύπρου θα σταθεί ακλόνητος υπέρμαχος του μονοασφαλιστικού ΓεΣΥ και ανειρήνευτος πολέμιος του πολυασφαλιστικού και της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων νοσηλευτηρίων.
Τριτοβάθμια ιατρική και ο ρόλος της Κύπρου
Προτού προχωρήσουμε θεωρώ απαραίτητο να τακτοποιήσουμε οριστικά δυο σοβαρές εκκρεμότητες. Η πρώτη είναι η αναδιοργάνωση και ενίσχυση τόσο με ανθρώπινο δυναμικό, όσο και με μέσα τα δημόσια νοσηλευτήρια, έτσι ώστε να καταστούν ο κυρίαρχος παράγοντας του ΓεΣΥ. Του μονοασφαλιστικού ΓεΣΥ. Αυτή πρέπει να είναι η επείγουσα προτεραιότητα του σοσιαλιστικού κινήματος στον τομέα της υγείας.
Ταυτόχρονα με αυτό, πρέπει άμεσα να διευθετηθεί με λογικό τρόπο το ζήτημα των πανεπιστημιακών κλινικών. Δεν είμαστε η πρώτη χώρα που θα το εφαρμόσουμε. Πανεπιστημιακές κλινικές υπάρχουν παντού όπου υπάρχουν ιατρικές σχολές. Ας μη βάζουμε τα προσωπικά μας συμφέροντα και φιλοδοξίες πάνω από το συμφέρον του τόπου. Αυτό πρέπει να γίνει κανόνας απαράβατος για όλους μας, για όλα τα επαγγέλματα και όλες τις τάξεις. Αν θέλουμε να πάμε μπροστά.
Λόγω της σοβαρότητας αυτών των δυο προβλημάτων, θα πρέπει προσωρινά να ανασταλούν οποιεσδήποτε άδειες για ανέγερση ιδιωτικών νοσοκομείων. Επαναλαμβάνω: Προσωρινά. Διότι αν συνεχίσει ο ιδιωτικός τομέας να αναπτύσσεται, ενώ ο δημόσιος θα κατατρύχεται από προβλήματα και θα συρρικνώνεται, αυτό από μόνο του είναι αρκετό να αλλάξει ντε φάκτο το χαρακτήρα του συστήματος υγείας, να το μετατρέψει από μονοασφαλιστικό σε πολυασφαλιστικό και να καταργήσει τον χαρακτήρα αλληλεγγύης. Χρειάζεται επομένως μεγάλη προσοχή στη διαχείριση αυτού του ζητήματος, για να αποτραπούν δυσάρεστες και αντιλαϊκές εξελίξεις.
Η μετατροπή της χώρας μας σε περιφερειακό κέντρο τριτοβάθμιας ιατρικής είναι ένας πολύ σπουδαίος και πολύ ρεαλιστικός στόχος.
Το έχουμε αναφέρει ήδη ότι τα μεγάλα και σπουδαία ιατρικά κέντρα σε πολλές χώρες φιλοξενούν εξαιρετικούς Κύπριους επιστήμονες.
Ότι μια πολιτική επαναπατρισμού αυτών των επιστημόνων είναι και εφικτή και ωφέλιμη, διότι πέραν των επιστημόνων αυτών θα καθιερωθεί και μια συνεργασία μεταξύ των νοσοκομείων που τώρα εργάζονται, και των Κυπριακών στα οποία θα εργαστούν. Ομοίως και τα πανεπιστήμιά τους.
Τόσο η γεωγραφική μας θέση, όσο και η πολιτική μας σχέση με τις γειτονικές χώρες, αποτελούν ένα ακόμα συγκριτικό πλεονέκτημα. Ακόμα και η συνεργασία με το Ισραήλ στον τομέα της υγείας είναι τέτοιο πλεονέκτημα, παρόλο που στην πράξη θα είμαστε «ανταγωνιστές» με τη χώρα αυτή.
Χρειάζεται κύρια η πολιτική βούληση, προγραμματισμός και μελετημένες έγκαιρες κινήσεις.
* Πρώην Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης