«Όσο πιο πολύ πλησιάζεις προς την άβυσσο τόσο μεγαλώνει το ρίσκο να βυθιστείς σε αυτήν». Η δήλωση ανήκει στον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών Χάικο Μάας, ο οποίος αναφερόταν στις ανησυχητικές εξελίξεις στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Σοφή κουβέντα. 

Εμμέσως πλην σαφώς, ο Γερμανός αξιωματούχος περιέγραψε την «τακτική της κρημνοβασίας» (brinkmanship) που χαρακτηρίζει σήμερα το σκηνικό στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο με πρωταγωνιστές την Τουρκία και την Ελλάδα. Δηλαδή, την πρακτική να προκαλείται και/ή να αφήνεται να φτάσει μια κρίση στα άκρα, με τον κύριο υπαίτιο (σε αυτή την περίπτωση την Τουρκία) να ελπίζει ότι έτσι θα πετύχει τους στόχους του.

Η «τακτική της κρημνοβασίας», όπως την περιέγραψε το 1956 ο τότε Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλας, δεν είναι, βέβαια, καινούργιο φαινόμενο. Κυριάρχησε την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την «κρίση των πυραύλων της Κούβας» το 1962, όπου ΗΠΑ και ΕΣΣΔ έφτασαν στο χείλος ενός καταστροφικού πυρηνικού πολέμου.

Πρόκειται για επικίνδυνη και άκρως επισφαλή τακτική. Μολονότι, συνήθως, κανένας από τους πρωταγωνιστές δεν θέλει να οδηγήσει τα πράγματα σε μια «αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή» (mutually assured destruction), εντούτοις αυτό δεν διασφαλίζεται. Αρκεί ένα ατύχημα για να οδηγηθούν τα πράγματα στην άβυσσο. Επιπλέον, η τακτική αυτή δηλητηριάζει τη σχέση των μερών διευρύνοντας το χάσμα εμπιστοσύνης. Εάν, ωστόσο, η καταστροφή αποτραπεί, τότε μπορεί να ακολουθήσει η αποκλιμάκωση και ο συμβιβασμός.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, λοιπόν, ότι στην παρούσα ελληνοτουρκική κρίση η μόνη ρεαλιστική και συμφέρουσα επιλογή για την Ελλάδα και την Τουρκία είναι να περάσουμε απόΑπό την κρημνοβασία στον συμβιβασμό την «κρημνοβασία» (η οποία ανεβάζει την αδρεναλίνη των εκατέρωθεν «γερακιών») στην αποκλιμάκωση και εν τέλει σε έναν αμοιβαία αποδεκτό συμβιβασμό. 

Όμως, στο εθνικό μας αφήγημα η έννοια του συμβιβασμού, δηλαδή η εξεύρεση λύσης η οποία να είναι προς το συμφέρον και των δύο μερών, αν και δεν εξασφαλίζει απόλυτα τους στόχους μας, έχει δαιμονοποιηθεί. Χαρακτηρίζεται δε από κάποιους ακόμα και «αντεθνική». Είναι ένα ταμπού το οποίο πρέπει να ξεπεράσουμε. Η ελληνική ιστορία μάς βοηθά: όσες φορές ο Ελληνισμός αποδέχθηκε έναν συμβιβασμό στη βάση του αμοιβαίου οφέλους, από τη συμφωνία της Λωζάννης μέχρι και τις πιο πρόσφατες συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο, κέρδισε. Όσες φορές έμεινε εγκλωβισμένος στους εθνικούς μαξιμαλισμούς, πλήρωσε βαρύ τίμημα και συρρικνώθηκε, με κορυφαίο παράδειγμα την τραγωδία και τη διχοτόμηση της Κύπρου.

Τόσο στα ελληνοτουρκικά όσο και στο Κυπριακό, για να φτάσουμε στον επιθυμητό συμβιβασμό χρειάζεται πρώτα να αποκλιμακωθεί η κρίση. Οι εμπρηστικές δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, ο «πόλεμος των NAVTEX», η στρατιωτικοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου με την ανάπτυξη εκατέρωθεν πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών και στρατιωτικές ασκήσεις και μια νέα κούρσα εξοπλισμών κάθε άλλο παρά συμβάλλουν στην εκτόνωση και στη δημιουργία συνθηκών σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή. 

Ελπιδοφόρο στοιχείο αποτελεί η αλλαγή στρατηγικής και η εφαρμογή μιας ενεργητικής πολιτικής από τον Έλληνα πρωθυπουργό και την ελληνική κυβέρνηση, η οποία συνδυάζει την αποφασιστικότητα με την ευελιξία και εδράζεται στον ρεαλισμό. Αυτή είναι και η βάση της απόφασης επέκτασης στα 12 ν.μ. στο Ιόνιο. Στέλνει προς την Άγκυρα ένα σαφές μήνυμα ετοιμότητας για ουσιαστικό διάλογο και δίνει περιθώριο διεξόδου προς έναν αμοιβαία αποδεκτό συμβιβασμό.

Η ψυχροπολεμική τακτική της «κρημνοβασίας» και οι προσεγγίσεις τύπου «καρότο και μαστίγιο» είναι ξεπερασμένες. Πρόκειται για τακτικές βραχυπρόθεσμου ορίζοντα οι οποίες δεν υπηρετούν τον κύριο στόχο, που είναι η οριστική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών και η επίλυση του Κυπριακού. Ο διαχρονικός αυτός στόχος υπηρετείται από τολμηρές πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας και το ευρωπαϊκό και διεθνές ενδιαφέρον, που θα οδηγήσουν σε έναν αμοιβαία αποδεκτό ιστορικό συμβιβασμό, ο οποίος είναι απαραίτητος για να ανοίξουν οι προοπτικές συνεργασίας και σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

*Ο Φίλιππος Σαββίδης είναι πολιτικός επιστήμονας/διεθνολόγος