Ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί η κυβέρνηση είναι το προσφυγικό – μεταναστευτικό.

Για χρόνια η Κύπρος μας αποτελεί προορισμό και πύλη εισόδου για εκατοντάδες πρόσφυγες και μετανάστες που αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτούς και τα παιδιά τους. Η Κύπρος και οι Κύπριοι βίωσαν τον πόλεμο και την προσφυγιά το 1974 και γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει να είσαι πραγματικός πρόσφυγας.

Γνωρίζουμε συνεπώς πολύ καλά πότε και πώς να τείνουμε χέρι βοήθειας στους συνανθρώπους μας που πραγματικά κινδυνεύουν.

Η δραματική αύξηση της παράνομης μετανάστευσης στην Κύπρο, με τον αριθμό σήμερα να ξεπερνά τις 33.000 και να αγγίζει το 3,8% του συνολικού πληθυσμού της Δημοκρατίας, καθιστά την αποτελεσματική διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος μείζονος σημασίας για την Κυπριακή Δημοκρατία. Διαπιστώνουμε πως η κατάσταση έχει ξεφύγει. Ενώ η πολιορκία με τα πλοιάρια συνεχίζεται και πιθανόν να συνεχιστεί ακόμα αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού. 

Η διοχέτευση με εξτρεμιστές μουσουλμάνους στην Ευρώπη και κυρίως στην Ελλάδα και Κύπρο αποτελεί μια μακροχρόνια στρατηγική του Ερντογάν την οποία έχει εξαπολύσει εναντίον του Χριστιανισμού. 

Βασικό όπλο του πραγματικού ηγέτη της μουσουλμανικής αδελφότητας Ερντογάν οι μετανάστες τους οποίους εκμεταλλεύεται και εργαλειοποιεί.  Όλοι αυτοί που καταφθάνουν καθημερινά στις ακτές του νησιού μας δεν είναι πρόσφυγες. Προέρχονται από  χώρες, από όπου εκμεταλλεύονται το σύστημα και τα κενά στις νομοθεσίες μας ούτως ώστε να παραμένουν στην Κύπρο. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη πρόσφυγας είναι αυτός που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του, επειδή φοβάται ότι απειλείται με διωγμό ή κινδυνεύει η ζωή του. Για τους σκοπούς αυτούς δεν μπορεί να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του και μπορεί να αιτηθεί για πολιτικό άσυλο.  Την πενταετία 2008 μέχρι και το 2013 ο αριθμός των αιτητών ασύλου στη χώρα μας, έφτασε σύμφωνα με την Eurostat, τις 14,440 αιτήσεις. 

Η ανθρωπιστική κρίση όμως προκάλεσε έκρηξη του μεταναστευτικού με αποτέλεσμα από το 2014 μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2020 να αυξηθούν δραματικά οι νέες αφίξεις στην Κύπρο. Ο αριθμός τους έφτασε τις 34,000, σχεδόν όσος και ο πληθυσμός της Πάφου, καθιστώντας τη χώρα μας, αναλογικά πρώτη μεταξύ όλων των χωρών μελών της ΕΕ σε αριθμό αιτητών ασύλου. Σήμερα οι αιτητές ασύλου στην Κύπρο αποτελούν το 3,8% του πληθυσμού της χώρας.

Ενδεικτικά αναφέρεται πως εάν αυτό το ποσοστό ίσχυε για τη Γερμανία ο αριθμός των αιτητών θα έφτανε το 1,120,000. 

Την ίδια ώρα στις υπόλοιπες χώρες πρώτης γραμμής, δηλαδή την Ελλάδα, τη Μάλτα, την Ιταλία και την Ισπανία τα ποσοστά σε αιτητές ασύλου είναι κάτω του 1%.

Στην παρούσα φάση είναι ανάγκη η εύρεση μιας λύσης ώστε να μπει ένα τέλος στο μεταναστευτικό πρόβλημα. Η ΚΔ θα πρέπει να ελέγξει τα σύνορά της ώστε να φυλάει τις ακτές της περιορίζοντας τις ροές των μεταναστών.

Αυξανόμενη θεωρείται τα τελευταία χρόνια η ροή μεταναστών από την Τουρκία και διαμέσου των κατεχόμενων περιοχών προς τις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η οικονομικά δοκιμαζόμενη κυπριακή κοινωνία δεν δύναται να συντηρήσει οικονομικά μεγαλύτερους αριθμούς μεταναστών από ήδη υφιστάμενους. Η μείωση του όγκου των μεταναστών πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για την κυπριακή κυβέρνηση ώστε να απαμβλυνθεί κοινωνικά και οικονομικά το συγκεκριμένο πρόβλημα.