Αρκετές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και θεωρίες τέθηκαν στη βάση της μελέτης του ζητήματος της βίας στην οικογένεια, με σκοπό την επισήμανση θεμάτων γενικότερου προβληματισμού σχετικά με το εν λόγω κοινωνικό φαινόμενο. Πρόκειται για τις ατομικές προσεγγίσεις, που συμβάλλουν στην ερμηνεία της βίας στη βάση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του δράστη και του θύματος, τις κοινωνικο-ψυχολογικές προσεγγίσεις, που επιδιώκουν την ερμηνεία της άσκησης βίας στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης του ατόμου με την οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον του και τις κοινωνικο-πολιτισμικές προσεγγίσεις, που αποδίδουν την ασκούμενη βία σε κοινωνικούς παράγοντες.
Στο πλαίσιο μελέτης του ζητήματος έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες. Οι κοινωνιολογικές θεωρίες αναγνωρίζουν ως αιτία του φαινομένου τους στρεσογόνους παράγοντες, που επικρατούν στις εκάστοτε κοινωνίες και επιδρούν στην οικογένεια. Κοινωνικά φαινόμενα, όπως ο αναλφαβητισμός, η ανεργία, η φτώχεια, η κοινωνική απομόνωση, αποτελούν πιθανούς ελκυστικούς παράγοντες, που δύνανται να προκαλέσουν βίαιη συμπεριφορά στην οικογένεια, με σκοπό την ανάκτηση της αίσθησης ελέγχου και της αυτοεκτίμησης.
Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής συναλλαγής η υποκειμενική εκτίμηση κόστους – οφέλους αποτελεί τη βάση καθορισμού των σχέσεων. Όταν δεν επισημαίνεται ο απαραίτητος κοινωνικός έλεγχος, που οριοθετεί τη συμπεριφορά των ανθρώπων στην κοινωνία και στην οικογένεια και το σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν δρα αποτρεπτικά για τους δράστες, τότε ενθαρρύνονται πράξεις βίας εναντίον μελών της οικογένειας, αφού δεν επιβάλλεται η αντίστοιχη ποινή. Για την αποσαφήνιση των διαφορών σχετικά με τη συχνότητα και σοβαρότητα των περιπτώσεων βίας σε διάφορες κοινωνίες διατυπώθηκε η πολιτισμική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η διαιώνιση της βίας στην οικογένεια αποδίδεται στην οικονομική ανισότητα των δύο φύλων και την επίλυση των διαφωνιών με βίαιο τρόπο.
Στη βάση της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης η βίαιη συμπεριφορά συνδέεται με τις αρνητικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, που υιοθετούνται ως τρόποι επικοινωνίας και συνδέονται με την ανάγκη του δράστη να δικαιολογεί ηθικά και κοινωνικά την καταχρηστική συμπεριφορά.
Η ανάκληση της βίαιης συμπεριφοράς εξαρτάται από τις επικρατούσες συνθήκες, τα εκάστοτε ερεθίσματα, που δέχεται κάποιος από το περιβάλλον του και την ψυχολογική κατάστασή του κατά τη διάρκεια ανάκλησης τής εν λόγω συμπεριφοράς. Θεωρίες, που βασίζονται στη μελέτη οικονομικών μοντέλων, επισημαίνουν ότι οι δράστες διαθέτουν περισσότερα οικονομικά μέσα, υποτιμούν τα θύματά τους και επιδιώκουν την επιβολή της θέλησής τους. Όταν στερούνται των απαραίτητων οικονομικών μέσων και δεν ανταποκρίνονται στις κοινωνικές προσδοκίες, επιδιώκουν την ανάκτηση της δύναμής τους μέσω της βίαιης συμπεριφοράς.
Περαιτέρω προσεγγίσεις τοποθετούν την ενδοοικογενειακή βία σε ένα πολιτικό πλαίσιο, που καθορίζεται από το μήνυμα ότι η άρση της βίας συνδέεται με την αναγκαιότητα αποδοχής εκ μέρους των αντρών της ισότητας δικαιωμάτων με τις γυναίκες και της ίσης πρόσβασης σε θέσεις εξουσίας. Η αποδοχή της ανισότητας και η ανισορροπία των δυναμικών και των ρυθμιστικών σχέσεων δύναται να υπονομεύσει την ειρηνική συμβίωση. Επομένως για την ερμηνεία και αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας κρίνεται αναγκαία η μελέτη του εκάστοτε πολιτικού, κοινωνικού, πολιτισμικού και οικονομικού πλαισίου αναφοράς.
Kαθίσταται αναγκαία η απομάκρυνση από στερεότυπα, που ενισχύουν απόψεις ότι η βία αποτελεί θέμα ελλιπούς εκπαίδευσης, φτώχειας και χαμηλού πολιτιστικού επιπέδου. Οι οικογένειες με παράγοντες κοινωνικού αποκλεισμού έχουν πιο συχνά επαφή με τις κοινωνικές υπηρεσίες καθιστώντας ορατό το φαινόμενο της βίας στις εν λόγω πληθυσμιακές ομάδες. Το αντίθετο συμβαίνει σε οικογένειες υψηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, που μέσω εκλογικεύσεων επιδιώκουν τη διατήρηση ενός φαινομενικά άριστου κοινωνικού προφίλ. Είναι γενικά αποδεκτό ότι ορισμένοι παράγοντες σχετίζονται με την ενδοοικογενειακή βία χωρίς να επιβεβαιώνεται όμως απαραίτητα ο αιτιώδης σύνδεσμός τους, όπως η οικονομική εξάρτηση του μέλους, που δέχεται βία, η έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος, η οικονομική και κοινωνική περιθωριοποίηση ή η οικονομική κρίση, που εντείνει τη βία.
Η ανοδική τάση του ποσοστού της ενδοοικογενειακής βίας καθορίστηκε πρόσφατα και από άλλες μεταβλητές, καθιστώντας δύσκολη την αποσαφήνιση των πραγματικών παραμέτρων του φαινομένου. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας στην Οικογένεια ο περιορισμός, που προκλήθηκε λόγω κορωνοϊού, δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για επιδείνωση της ενδοοικογενειακής βίας. Οι κώδικες συμπεριφοράς, που επιβλήθηκαν, η κοινωνική αποστασιοποίηση, η αυτοαπομόνωση ως μέτρο αποτελεσματικότερης διαχείρισης, η έλλειψη των κοινωνικών υποστηρικτικών δικτύων, που θα συνέβαλλαν στη διαχείριση στρεσογόνων παραγόντων και το ασταθές οικονομικό περιβάλλον ευνόησε την άσκηση βίας αλλά τροφοδότησε και μια σοβαρή συζήτηση, που προσκαλεί τα κράτη για την υιοθέτηση, ενίσχυση και εφαρμογή της νομοθεσίας για την απαγόρευση της ενδοοικογενειακής βίας, την εξασφάλιση κατάλληλης ανακριτικής έρευνας και ποινικής δίωξης των δραστών της, την ισχυροποίηση των μέτρων πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας, την ενδυνάμωση των αστυνομικών πρωτόκολλων και των διαδικασιών ανάληψης των κατάλληλων δράσεων εναντίον της βίας, καθώς, όπως τόνισε ο πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Andreas Vosskuhle, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι ανώτατη αξία και τίθεται στη βάση των ελάχιστων κανόνων και των προτύπων μιας έννομης τάξης πραγμάτων.
*Ανεξάρτητος βουλευτής.