Η οφθαλμομέτρηση είναι η τεχνική κατά την οποία μετριέται και διορθώνεται η οπτική οξύτητα του ματιού. Ο απόλυτα ειδικός στην οφθαλμομέτρηση είναι ο ειδικός οπτομέτρης, που στα όσα χρόνια σπουδής και μάθησής του, ασχολήθηκε μόνο με τις διάφορες τεχνικές μέτρησης της δύναμης του οπτικού συστήματος του ματιού, αλλά και για την αναγνώριση των συχνών παθολογιών του ματιού και ο ασθενής θα παραπεφθεί για πιο ειδικές θεραπείες στον ειδικό οφθαλμολόγο.

Στη Βρετανία όπου λειτουργεί αρμονικά η σχέση οπτομέτρη – οφθαλμίατρου, ο οπτομέτρης μετά τη μέτρηση της όρασης του ασθενούς, αν υποψιαστεί ότι ο ασθενής χρειάζεται πιο εξειδικευμένες εξετάσεις θα παραπεμφεί στον ειδικό οφθαλμίατρο. Το αντίθετο, όταν ένας ασθενής χρειάζεται μέτρηση της όρασής του, ο οφθαλμίατρος θα τον παραπέμψει στον ειδικό οπτομέτρη.

Η οφθαλμομέτρηση πρέπει να γίνεται με διάφορες υποκειμενικές και αντικειμενικές τεχνικές για να κατορθώσει ο εξεταστής να επιτύχει την καλύτερη και άνετη όραση στον ασθενή. Ο σωστός τρόπος οφθαλμομέτρησης πρέπει να γίνεται με διάφορες τεχνικές που σκοπό έχουν πάντα να αποδεικνύουν το ίδιο αποτέλεσμα πού ονομάζεται «συνταγή» για διορθωτικά γυαλιά.

Η οφθαλμομέτρηση είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο που φυσικά δεν μπορεί να περιγραφεί και να αναλυθεί σε μια σελίδα, τουλάχιστον όμως αναφέρουμε τα πιο σημαντικά σημεία που πρέπει να προσέξει ο εξεταστής αλλά και ο ασθενής που εμπιστεύεται την όρασή του σε αυτόν.

Οι πιο συχνές διαθλαστικές ανωμαλίες του ματιού είναι η μυωπία, η υπερμετρωπία και ο αστιγματισμός. Ο αστιγματισμός μπορεί να είναι μυωπικός, υπερμετρωπικός ή και από τα δύο.

Η πρεσβυωπία, που εκδηλώνεται συνήθως μετά τα 40 χρόνια του κάθε ατόμου, δεν θεωρείται διαθλαστική ανωμαλία, αλλά μια φυσιολογική γήρανση του φακού μέσα στο μάτι. Οπότε, για να λειτουργήσει κανονικά ο φακός μέσα στο μάτι και να καθαρίσει τα κοντινά γράμματα χρειάζεται βοηθητικά γυαλιά.

Η εξέταση αρχίζει αφού ο εξεταστής ακούσει με προσοχή ποιο είναι το πρόβλημα του ασθενή για το οποίο τον επισκέφθηκε.

Ακολουθεί η μέτρηση της φυσικής όρασης του ασθενή για το κάθε μάτι και από αυτήν την ένδειξη μπορεί ο εξεταστής να καταλάβει το μέγεθος της διόρθωσης για το κάθε μάτι. 

Φυσική όραση είναι η καθαρή όραση του κάθε ματιού στην κλίμακα της μέτρησης των γραμμάτων του πίνακα χωρίς την χρήση γυαλιών ή φακών επαφής.

Η όραση μετριέται σε 10/10 στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Βρετάνια μετριέται σε 6/6. Όραση 10/10 ή 6/6 σημαίνει κανονική μακρινή όραση.

Η όραση πρέπει να μετριέται ξεχωριστά για το κάθε μάτι, στο φυσικό φως της ημέρας και στο τέλος όταν ο εξεταστής ανοίξει και τα δύο μάτια πρέπει να ελέγξει ότι τα δύο μάτια μπορούν να συνεργαστούν δίνοντας μια δυόφθαλμη άνετη όραση.

Η μεγάλη διαφορά στη συνταγή διόρθωσης μεταξύ των δυο ματιών δημιουργεί ανισοεικονία, οπότε καθιστά δύσκολη τη λειτουργία της άνετης δυόφθαλμης όρασης, οπότε ο ασθενής δεν ανέχεται πλέον τα γυαλιά που πρέπει να φοράει.

Τον βαθμό ανισοεικονίας ο οπτομέτρης εξεταστής θα πρέπει να τον μετρήσει με ειδικό polaroid test, εάν μπορεί να είναι ανεκτός στη δυόφθαλμη όραση ή αν πρέπει να συγκλίνει τις δυο συνταγές του κάθε ματιού.

Συστήνεται προσοχή σε άτομα τα οποία έχουν χάσει την όρασή τους ή είναι πολύ χαμηλή στο ένα από τα δυο μάτια, κυρίως όταν οδηγούν μηχανοκίνητο όχημα και ακόμα πιο προσεκτικοί στη νυκτερινή όραση.

 

Η αναγνώριση του αστιγματισμού
Για την αναγνώριση και διόρθωση του αστιγματισμού όσο και του άξονά του η μοναδική ακριβέστατη τεχνική είναι η χρήση σταυρωτών κυλίνδρων. Με τους σταυρωτούς κυλίνδρους μπορούμε να αναγνωρίσουμε αν το μάτι είναι αστιγματικό ή όχι, αλλά και την τέλεια αστιγματική διόρθωσή του.

Ο εξεταστής οφείλει να εξηγήσει πρώτα στον ασθενή πώς λειτουργεί αυτή η τεχνική, έτσι ώστε, με τη συνεργασία του να μπορέσει να διορθώσει τέλεια την ποσότητα του αστιγματισμού αλλά και τον άξονά του, με αποτέλεσμα να μπορεί να φθάσει το κάθε μάτι στο καλύτερο επίπεδο όρασης.

Είναι αδιανόητο ο κάθε εξεταστής να συνταγογραφεί τον αστιγματισμό και τον άξονα χωρίς την χρήση των σταυρωτών κυλίνδρων ειδικά σε δυνατούς αστιγματισμούς.

 

Πολλές παράμετροι λαμβάνονται υπόψη κατά τη διάγνωση
Η μυωπία και η υπερμετρωπία αναγνωρίζονται και διορθώνονται με την τεχνική της ρετινοσκοπίας, αλλά η τελειοποίησή τους μπορεί να γίνει και με το δίχρωμο τεστ.

Αυτό το δίχρωμο τεστ είναι πολύ πιο ακριβέστατο στους ενήλικες παρά στα παιδιά λόγω προσαρμογής του φακού του ματιού τους.

Το αποτέλεσμα της τέλειας και άνετης όρασης πρέπει να επαληθεύεται με όλες τις τεχνικές οφθαλμομέτρησης και όχι μόνο από μια τεχνική. Η κακή συνεργασία των δυο ματιών στην τελική όραση πολλές φορές είναι ο λόγος που ακούμε να λένε κάποιοι ότι «δεν μπορώ να συνηθίσω τα γυαλιά που έκανα πρόσφατα».

Στο τέλος της κάθε εξέτασης της όρασης εάν ο εξεταστής παρατηρήσει ότι η όραση μετά την εξέταση δεν είναι η αναμενόμενη σε σχέση γενικά με την ηλικία του ασθενή, οφείλει να διαγνώσει με διάφορες άλλες τεχνικές την κύρια αιτία όπου η όραση κάποιου ατόμου δεν είναι η κανονική.

Συνήθως τέτοιες αιτίες μπορεί να είναι ο ηλικιακός καταρράκτης, η ηλικιακή πάθηση της ωχράς κηλίδας, η διαβητική αμφιβληστροπάθεια, ο στραβισμός, ο κερατοκώνος.

Ένας σωστά καταρτισμένος και έμπειρος οπτομέτρης οφείλει να διαγνώσει αυτές τις περιπτώσεις και να ενημερώσει τον ασθενή ότι πρέπει να κάνει και άλλες πιο ειδικευμένες εξετάσεις και θεραπείες και να μην περιοριστεί μόνο και μόνο στην κατασκευή των διορθωτικών γυαλιών, οπότε το πρόβλημα θα συνεχίσει να υπάρχει με αποτέλεσμα να συνεχίσει η χρόνια ανεπιστρεπτί ελάττωση της όρασής του.

Η όραση απαραίτητα πρέπει να ελέγχεται κάθε 2 χρόνια εάν δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι για πιο σύντομο έλεγχο.

Η σωστή διαδικασία οφθαλμομέτρησης είναι μόνο μια και πρέπει να ακολουθείται από όλους όταν μετρούν την όραση, διότι η όραση είναι μια πολύτιμη αίσθηση αναγνώρισης του εξωτερικού μας κόσμου, που μας χάρισε ο δημιουργός μας.

Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι ενημερωτικός για τον καθένα που θα το διαβάσει έτσι ώστε να ενημερωθεί για τη σωστή διαδικασία αλλά και εκτέλεση της τεχνικής της οφθαλμομέτρησης.

 

 

* Διπλωματούχος οπτομέτρης, μέλος της Ακαδημίας Οπτομετρίας Ιταλίας