Το 2017 είχαμε καλέσει στην Κύπρο ομάδα εμπειρογνωμόνων του Ιρλανδικού Ινστιτούτου Δημόσιας Διοίκησης (ΙΡΑ) για να αξιολογήσουν το σύστημα διοίκησης των Δικαστηρίων. Η έκθεσή τους εκδόθηκε τον Μάρτιο 2018 και σε αυτή μας ανέλυσαν την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στα Δικαστήρια ως εξής: «Το σύστημα διοίκησης και υποστήριξης των δικαστηρίων που έχουμε σήμερα όπου η κύρια ευθύνη για την ηγεσία και τη διοίκηση ανήκει σε δικαστικούς και άλλους νομικούς, των οποίων ο κύριος ρόλος είναι η εκπλήρωση των νομικών τους υποχρεώσεων, απλά δεν μπορεί να λειτουργήσει και δεν είναι κατάλληλο για τον 21ο αιώνα. (Έτσι το σύστημα απονομής δικαιοσύνης) παρά τις καλύτερες προσπάθειες όλων των εμπλεκομένων, αντί να λειτουργεί αποδοτικά και αποτελεσματικά και να προγραμματίζει για το πώς να αντιμετωπίσει μελλοντικές ανάγκες … όσο και επιβιώνει. …».
Αναπόφευκτα, το σύστημα έχει καταρρεύσει: σήμερα χρειάζονται 8 χρόνια για να εκδοθεί μια απόφαση και 6 χρόνια για την έφεση που ακολουθεί· οι δικαστές συνεχίζουν να αναλώνουν μεγάλο μέρος της μέρας τους αλλάζοντας ημερομηνίες αντί να δικάζουν· η αποδοτικότητά τους βρίσκεται στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα· οι διαδικαστικοί κανονισμοί δεν αναθεωρήθηκαν ουσιαστικά από τότε που εκδόθηκαν το 1954· η τεχνολογική στήριξη των εργασιών των δικαστηρίων είναι ανύπαρκτη· οι δικαστές εργάζονται χωρίς επίβλεψη που να αποτρέπει πρακτικές που μειώνουν την αποδοτικότητά τους· τα δικαστήρια είναι ουσιαστικά στον αυτόματο πιλότο.
«Με τα δεδομένα που έχουμε σήμερα», μας εξήγησαν οι εμπειρογνώμονες, «… η επένδυση πόρων σε ένα σύστημα το οποίο είναι θεμελιωδώς ελαττωματικό δεν εγγυάται το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το να επιτραπεί στο σύστημα να συνεχίσει χωρίς μεγάλης έκτασης μεταρρυθμίσεις απλά δεν αποτελεί επιλογή. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ακόμα μεγαλύτερη χειροτέρευση της κατάστασης … με αποτέλεσμα οποιαδήποτε εμπιστοσύνη στην ικανότητα της δικαιοσύνης να αποδώσει έγκαιρα δικαιοσύνη θα εξαφανιστεί, με απαράδεκτα αποτελέσματα για το κράτος δικαίου, τη διεξαγωγή εμπορίου και τη φήμη της χώρας… Το δικαστικό σύστημα χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωση αν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών της Κύπρου, της επιχειρηματικής κοινότητας και τους χρήστες των δικαστηρίων…»
Μέχρι σήμερα καμιά ουσιαστική προσπάθεια έγινε για συνολική υλοποίηση αυτών των εισηγήσεων. Αντίθετα προχωρήσαμε σε επιλεκτικές αλλαγές. Αυτό ακριβώς που οι εμπειρογνώμονες μας κάλεσαν να αποφύγουμε. «Όλες οι εισηγήσεις μας εξαρτούνται η μια από την άλλη» αναφέρουν στην έκθεσή τους «και πρέπει να εφαρμοστούν στο σύνολό τους. Μια μερική ή επιλεκτική εφαρμογή δεν θα οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα.» Η επιλεκτική εφαρμογή των λιγότερο επώδυνων αλλαγών μαθηματικά οδηγεί στην ολοκληρωτική κατάρρευση του οικοδομήματος της δικαιοσύνης.
Παράλληλα δεν έχει εξασφαλιστεί η αλλαγή της σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου που είναι αρμόδιο για τους διορισμούς και την ανέλιξη των δικαστών, ώστε από τη μια να αποφευχθούν ή εξαλειφθούν φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς και από την άλλη να αποκτήσει το όργανο αυτό την αναγκαία αντιπροσωπευτικότητα για να μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στο ρόλο του. Η ανάγκη αλλαγής της σύνθεσης του Δικαστικού Συμβουλίου έχει αναδειχθεί τόσο από τις εισηγήσεις της επιτροπής κατά της διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης, της GRECO, όσο και από το ΙΡΑ, το οποίο θεωρεί ότι το υφιστάμενο σύστημα είναι αναποτελεσματικό και οδηγεί σε αδικαιολόγητη σπατάλη χρόνου από τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Χρόνου που θα έπρεπε να αφιερώνουν στα δικαστικά τους καθήκοντα.
Η δημιουργία ενός νέου μηχανισμού διορισμών δικαστών, όμως, ακόμα δεν έχει εξασφαλιστεί. Η πρόνοια υπάρχει στα νομοσχέδια αλλά οι δικαστές που σήμερα συγκροτούν το Ανώτατο Δικαστήριο έχουν καταστήσει σαφές ότι θα την ακυρώσουν ως αντισυνταγματική. Ούτε και έχει εξασφαλιστεί ο εμπλουτισμός των δικαστηρίων όλων των βαθμίδων με δικηγόρους από το ελεύθερο επάγγελμα ώστε να αποκτηθεί η αναγκαία ποικιλία γνώσεων και εμπειριών. Δικηγόροι οι οποίοι θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να συγκροτήσουν την πλειοψηφία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Ούτε και έχει ικανοποιηθεί η ανάγκη δημιουργίας νέου τριτοβάθμιου δικαστηρίων πάνω από το εφετείο και όχι της δημιουργίας νέου εφετείου κάτω από το υφιστάμενο εφετείο αναβαθμίζοντας έτσι ένα θεσμό που έχει αποτύχει.
Μεταρρύθμιση στη δικαιοσύνη μπορεί μια κοινωνία να κάνει κάθε 50 χρόνια. Στην περίπτωσή μας, αν δεν γίνει σωστά, η δικαιοσύνη θα καταρρεύσει εντελώς. Η εισήγηση που υπάρχει σήμερα δεν περιλαμβάνει τις αναγκαίες αλλαγές που θα διασώσουν το δικαστικό σύστημα από μια τέτοια πλήρη κατάρρευση.
Με αυτά τα δεδομένα, η επιμονή της υπουργού Δικαιοσύνης για συνοπτική υιοθέτηση των κυβερνητικών προτάσεων για τη μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως μια δικαστική μεταρρύθμιση που να γίνει σωστά και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού συστήματος δικαιοσύνης. Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις δεν ικανοποιούν αυτό το κριτήριο. Χρειάζεται μακρά διαβούλευση και ουσιαστικές προσθήκες και αλλαγές στα νομοσχέδια ώστε να διαμορφωθεί ένα αποδεκτό μεταρρυθμιστικό πακέτο. Και πάνω από όλα χρειάζεται η βούληση σε κυβερνητικό επίπεδο για τομές και ρήξη με ένα συγκεκριμένο δικαστικό κατεστημένο. Τέτοια βούληση σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει.
*Δικηγόρος