Ο τίτλος θα μπορούσε να απηχεί όχι απλώς τα ανακλαστικά έντονων βιωματικών συναισθημάτων αλλά κατά συνεκδοχήν το μέρος αντί του όλου άλυτου προβλήματος. Αυτού που δεν διέρχεται μυθικές συμπληγάδες μήτε λέγεται γόρδιος δεσμός παρά τουρκική εισβολή και κατοχή με τις συνεχείς επί πλέον νεοοθωμανικές παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων στις θαλάσσιες ζώνες μας, για να διαιωνίζεται ατελεύτητη η τραγωδία της Κύπρου από το 1974. Η δυστυχία, επομένως, έγκειται στο να είσαι Κύπριος, ειδικότερα Κερυνειώτης, Μορφίτης, Κυθρεώτης, Αμμοχωστιανός είτε Καρπασίτης, καθότι πρόσφυγας και εγκλωβισμένος στον ίδιό σου τον τόπο επί 46 ολόκληρα χρόνια. Σήμερα, ωστόσο, κάτω από τις βαρβαρικές απειλές και τις ολοένα αυξανόμενες προκλητικές εξαγγελίες των εγκάθετων της Ερντογανικής Τουρκίας για επικείμενο άνοιγμα και εποικισμό της περίκλειστης πόλης, αδυνατούν οι λέξεις να περιγράψουν την κορύφωση του δράματος στις ψυχές των νόμιμων κατοίκων της.
Όσο και αν, χωρίς καμιά πρόθεση ηττοπαθούς αποθάρρυνσης και ενδοτικής παραίτησης, ακούγεται υπέρμετρα απαισιόδοξο το μήνυμα, δεν παύει να πνέει σαρωτικά πνιγηρός ο άνεμος σε μιαν εκρηκτική ατμόσφαιρα αλλεπάλληλων εντάσεων, που υποκινεί η Τουρκία στη Μεσόγειο. Και για τους πλέον ακόμη αισιόδοξους είναι ως να σβήνει η τελευταία αναλαμπή της ελπίδας και η έσχατη εγκαρτέρηση της προσδοκίας για επάνοδο στη θαλασσοφίλητη γενέτειρα. Γιατί, πώς και με ποια εχέγγυα να πιστέψεις ότι ο αδίστακτος νεοσουλτάνος του τυφλού ισλαμοφανατισμού, του ασύστολου ανθελληνικού μένους και της παρανοϊκής ιδεοληψίας περί γαλάζιας πατρίδας και ανασύστασης της οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν θα εξακολουθήσει το ανίερο έργο της θριαμβολογίας του από τη μια Βασιλεύουσα στην άλλη; Ποιοι κατάφεραν, παρά την παγκόσμια κατακραυγή, να τον εμποδίσουν, ώστε να μη μετατρέψει την Αγία Σοφία σε μουσουλμανικό τέμενος και εν συνεχεία τη Μονή της Χώρας σε «Καριγιέ Τζαμί» στην Κωνσταντινούπολη;
Αφού λοιπόν οι πρόγονοι και οι προκάτοχοί του με την επέλαση μυριάδων ορδών και τη βία της μόνιμης διαρπαγής και όχι της πρόσκαιρης πειρατείας εκπόρθησαν και καθυπόταξαν πόλεις και πληθυσμούς, θρησκευτικά μνημεία και πολιτιστικούς θησαυρούς από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μέχρι την Ελληνική Μικρασία και έως την Κύπρο, γιατί να μη μιμείται το παράδειγμά τους, πιστός στον «Εθνικό Όρκο» και στο μαξιμαλιστικό δόγμα του αναθεωρητικού ηγεμονισμού του; Αν μέχρι τώρα απαξίωνε τις φραστικές διακηρύξεις των προειδοποιητικών εκκλήσεων, πώς θα αντιδράσει άραγε στην ενδεχόμενη επιβολή δραστικών πολιτικών, οικονομικών και εμπορικών κυρώσεων ή μήπως θα τηρήσει τα όποια περιοριστικά μέτρα των έκνομων ενεργειών του με ελιγμούς προσωρινών βημάτων αποκλιμάκωσης; Και με την Αμμόχωστο τι θα συμβεί; Θα αποφύγει επί του παρόντος την υλοποίηση των σχεδιασμών του ή επιστρατεύοντας άλλες αντισταθμιστικές κινήσεις επίδειξης δύναμης θα προβεί σε εσπευσμένη εφαρμογή τους, όπως διατυμπανίζει, πριν τις ψευδοεκλογές της 11ης Οκτωβρίου; Και αυτό χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις διεθνείς κινητοποιήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, που ούτως ή άλλως δεν αναγνωρίζει. Σαφείς, όμως, και απαρέγκλιτες οι υποδείξεις προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, καθώς και προς τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας ότι το θέμα της Αμμοχώστου συσχετίζεται άμεσα και καθοριστικά με την εδαφική πτυχή του Κυπριακού.
Η Τουρκία, προφανώς, δεν βλέπει άλλη διασύνδεση εκτός από τη συζήτηση-πακέτο για το Βαρώσι, το περιουσιακό και τους ενεργειακούς πόρους, σύμφωνα με τις δηλώσεις τού εξ απορρήτων του Ερντογάν, Ιμπραχΐμ Καλίν. Συγκεκριμένα, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο διεθνές δίκτυο Μπλούμπεργκ τόνισε μεταξύ άλλων: «Ό,τι υπάρχει γύρω από το νησί μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος όλων των ανθρώπων εκεί. Το άνοιγμα του Βαρωσιού τώρα είναι μια πρωτοβουλία μετατροπής εκείνης της περιοχής του νησιού που είναι κλειστή για δεκαετίες σε ευκαιρία για όλους». Μια εκ του πονηρού αναφορά, που επιδέχεται αμφίσημης ανάγνωσης. Προτάσσοντας το άνοιγμα της κλειστής περιοχής, πιθανόν η τουρκική πλευρά να εννοεί ότι η συζήτηση για την Αμμόχωστο εξυπακούει τη συναίνεση της ελληνοκυπριακής για συνδιαχείριση των υδρογονανθράκων. Είτε, ενδεχομένως, είναι προαποφασισμένοι να ανοίξουν το περιφραγμένο τμήμα της πόλης, για να το εποικίσουν και υπό την πίεση των τετελεσμένων να συζητήσουν φόρμουλα επιστροφής Ελληνοκυπρίων σε συνδυασμό με τη συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων του υποθαλάσσιου πλούτου.
Και δεν αποκλείεται σε έναν τέτοιο γριφώδη εκβιασμό συναλλαγής ως οιονεί ανατολίτικο παζάρι να υπολανθάνουν και άλλες συγκεκαλυμμένες κινήσεις προς την κατεύθυνση των ενεργειακών αξιώσεων και των ευρύτερων κατακτητικών στόχων της Τουρκίας. Εξάλλου, ο «πρωθυπουργός» του ψευδοκράτους δεν αρκέστηκε στις πρόσφατες «προεκλογικές» του δηλώσεις να κοινοποιήσει ότι οι εργασίες συνεχίζονται με γοργούς ρυθμούς και ότι η περιοχή «θα ανοίξει σύντομα» και μάλιστα υπό τουρκική διοίκηση. Ισχυρίστηκε, συγχρόνως, με τη στρεψόδικη εμπρηστική ρητορική τού κηδεμόνα-χειραγωγού του ότι «δεν λέμε κάτι αντίθετο με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ». Φαίνεται ότι ο Ερντογανικός Τατάρ αδυνατεί να κατανοήσει το σαφέστατο σημείο 5 του ψηφίσματος του Σ.Α. 550/1984, σύμφωνα με το οποίο «Θεωρεί τις απόπειρες για εποικισμό οποιουδήποτε τμήματος των Bαρωσίων από άτομα άλλα από τους κατοίκους τους ως απαράδεκτες και ζητά τη μεταβίβαση της περιοχής αυτής στη διοίκηση των Hνωμένων Eθνών.». Και σκοπίμως δεν έχει αντιληφθεί τις επιβεβαιωτικές πρόνοιες του ψηφίσματος 789/1992.
Κρίμα που από το επώδυνο παρελθόν μέχρι το οδυνηρό παρόν η Αμμόχωστος της ιστορίας και του κοσμοπολιστισμού, του σεβασμού και του θαυμασμού των επισκεπτών της, η Αμμόχωστος των νεανικών ονείρων, των ώριμων οραμάτων και όχι των φαντασμάτων, αλλά και των προσφυγικών καημών έχει καταντήσει στα χέρια του δυνάστη κατακτητή αντικείμενο σαδιστικών εμπαιγμών, εκβιαστικών απειλών και ευτελών δημοπρασιών. Αλλά η πόλη δεν είναι μόνο τα γκρεμισμένα και κουρσεμένα της σπίτια, οι συλημένες εκκλησιές και τα βουβά σχολεία της, οι έρημοι δρόμοι και οι σκυθρωπές λεωφόροι Δημοκρατίας και Κέννεντυ με τα άδεια καταστήματα και τα ερειπωμένα ξενοδοχεία τους, η λυπημένη θάλασσα και τα μαραζωμένα περιβόλια της. Είναι, κατ’ εξοχήν, οι άνθρωποί της, οι ήρωες και οι μάρτυρες των επικών αγώνων και των υπέρτατων θυσιών, οι επιφανείς ποιητές και οι περιώνυμοι ζωγράφοι της, οι δουλευτάδες του πνεύματος, της εργατιάς και του μόχθου. Οι αυθεντικοί άρχοντες και οι γηγενείς της κάτοικοι, που την γέννησαν, την ανάστησαν και την αγάπησαν. Οι τεθνεώτες και ζώντες, που κι αν πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς εκείνον τον τραγικό δεκαπενταύγουστο του ’74, κατατρεγμένοι από τον εφιάλτη ενός άνισου προδομένου πολέμου κι ανυπεράσπιστοι για τη ζωή τους σαν θα ’μπαιναν στην πόλη οι οχτροί, δεν έπαψαν στιγμή να ζουν μακριά της. Ούτε εδώ στην προσωρινή προσφυγική κατοικία στην ίδιά τους την πατρίδα, σε μικρότερη ή μεγαλύτερη απόσταση από το συρματόπλεγμα του Αττίλα, μήτε στην ξενιτιά της μετοικεσίας και της επιβίωσης. Και δεν θα πάψουν στην περισυλλογή και τον απολογισμό τους να συνομιλούν με τους νεκρούς προγόνους και τους αγέννητους ακόμη απογόνους τους, για να μοιράζονται τις ζωντανές μνήμες και τις νοσταλγικές αναπολήσεις, τα πάθη της εξορίας από τον επίγειο παράδεισο και τα δεινοπαθήματα της προσφυγιάς, συλλαβίζοντας τους στίχους του Σεφέρη: «Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου/τη σκέψη/του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια/δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.».
Συνωστίζονται, ασφυκτιώντας σιωπηλά τα αισθήματα του απέραντου πόνου και της μάταιης απαντοχής και άλλοτε εκδηλώνουν συσσωρευμένη την απογοήτευση και την θλίψη, μέχρι που αγριεύουν και ξεσπούν σαν τα φουρτουνιασμένα κύματα της θάλασσάς μας από θυμό και οργή και διαμαρτυρία. Πώς η ευτυχία ν’ αξιωθούμε μια τέτοια πόλη μεταστράφηκε στη δυστυχία της απώλειάς της! Πόσες και πόσες από τότε ψευδεπίγραφες υποσχέσεις για σχέδια επί σχεδίων λύσης και πόσες φρούδες διαβεβαιώσεις για σύντομη δήθεν επιστροφή; Αλλά και πόση αβάστακτη ελαφρότητα και αναισχυντία από κάποιους «πολυΐστορες» τιμητές πως δεν αξίζει στους Αμμοχωστιανούς να επιστρέψουν, αφού «το είχανε σκάσει όλοι»(sic!) και δεν έμειναν να υπερασπιστούν την πόλη τους, όπως οι πολιορκημένοι της κάτοικοι το 1571, ανα-«συνθέτοντας το υπέροχο έπος της Αμμοχώστου!».
Γι’ αυτές τις αμετροέπειες, πλην των όσων άλλων δεινών, οποία δυστυχία να είσαι Αμμοχωστιανός! Ωστόσο, δεν παραλείπουμε να υπενθυμίζουμε στους Ευρωπαίους εταίρους μας την ιαχή των Ενετών στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου: «Θυμηθείτε την Αμμόχωστο!»…