Σύμφωνα με σχετική ενημέρωση των ΜΜΕ, η Ελλάδα εξέφρασε την αποδοχή της για συνομιλίες με την Τουρκία, χωρίς να καθοριστεί ακόμα ημερομηνία. Για χρόνια τώρα γίνονται διπλωματικές συνομιλίες μεταξύ των δύο αυτών χωρών, με τελευταία εκείνη του Crans Montana. Όταν η Τουρκία ενέδωσε στις πιέσεις των δυτικών και εκφράστηκε υπέρ των συνομιλιών με την Ελλάδα, συγχρόνως, παρανομούσε με τα πλοία της και τις διακηρύξεις της.
Ορθά αντέδρασε η Ελλάδα λέγοντας ότι δεν μπορούν να γίνονται συνομιλίες και να συνεχίζει τις παρανομίες της η Τουρκία τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο. Οι παρανομίες αυτές, δεν τερματίστηκαν, ούτε υπήρξε υπόσχεση από τον Τούρκο δικτάτορα ότι θα αποσύρει τις παράνομες επεμβάσεις της χώρας του στα νερά της ΑΟΖ της Κύπρου ή της Ελλάδας. Συνέχισε να διακηρύττει ότι, δεν θα παραδώσει τίποτα από τα «κυριαρχικά» του δικαιώματα όπως αυτός τα αντιλαμβάνεται. Και αυτά υπενθυμίζουμε ότι περιλαμβάνουν, εκτός από τις επεμβάσεις στις ΑΟΖ των εν λόγω χωρών και απαιτήσεις για δικαιώματα στο Αιγαίο και βεβαίως και στην Κύπρο. Συνεπώς, γνωρίζουμε τι θα απαιτήσει η Τουρκία σε οποιοδήποτε διάλογο με την Ελλάδα. Και εφόσον θα πούμε όχι, ο διάλογος θα αποτύχει. Και τότε είναι βέβαιο ότι δεν θα βγαίνουμε από το αδιέξοδο αφού θα πει η Τουρκία «εγώ πήγα στις συνομιλίες αλλά η άλλη πλευρά είναι ανένδοτη και θα αναγκαστώ να προσφύγω σε ανεπιθύμητα μέτρα». Οι συνομιλίες ήταν αποτέλεσμα πιέσεων των δυτικών χωρών για να ξεφορτωθούν τις ευθύνες τους. Και η αποδοχή τους από την Ελλάδα έγινε για να αποφύγει επερχόμενα θερμά επεισόδια.
Οι συνομιλίες γίνονται μεταξύ ατόμων ή κρατών που έχουν προβάλει αντίθετες απαιτήσεις. Πρέπει δηλαδή να υπάρχει γνήσια διαφορά ευλογοφανών αξιώσεων. Δεν γίνονται συνομιλίες απλώς διότι ο ένας θέλει να κατακτήσει γη ή άλλα πράγματα που δεν τα δικαιούται. Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ διαφορετικών μερών αλλά, μια μονομερής απαίτηση από το ένα μέρος. Αυτό, δεν το γνώριζαν αυτοί που πίεζαν την Ελλάδα να κάνει συνομιλίες; Οπωσδήποτε εξήγησα πιο πάνω πως φτάσαμε στο σημείο των «συνομιλιών» Ελλάδας και Τουρκίας για να συγκρατηθεί η αυθαιρεσία της Τουρκίας.
Εν πάση περιπτώσει, οποιαδήποτε συνομιλία για να καταλήξει σε συναντίληψη χρειάζεται καλή πίστη από τους συνομιλητές. Και να υποθέσουμε ότι, έρχεται η Τουρκία και προσφέρει στην Ελλάδα διαβεβαίωση ότι δεν θα την ξαναενοχλήσει και στην Κύπρο υπόσχεται να επιστρέψει έστω μέρος των κλοπιμαίων. Αδύνατον να γίνει κάτι τέτοιο βέβαια αλλά και να γίνει, δεν πρόκειται η Τουρκία να κρατήσει τον λόγο της. Έχουμε αρκετά παραδείγματα από τη διεθνή ζωή που έγιναν συμφωνίες και δεν τηρήθηκαν την επαύριον. Πρόχειρα παραδείγματα είναι, η συμφωνία μη επιθέσεων του Τσάμπερλεν με τον Χίτλερ που κατενθουσίασε τον πρώτο και πανηγύρισε κατά την επιστροφή του στην Αγγλία για να διαψευσθεί ύστερα από λίγους μήνες με την επίθεση του Χίτλερ στην Τσεχοσλοβακία. Ακολούθησε παρόμοια συμφωνία μεταξύ του Χίτλερ και Στάλιν στις 23 Αυγούστου 1939 την οποία επίσης ο Χίτλερ την παραβίασε στις 22 Ιουνίου 1941. Έτσι ενεργούν λοιπόν, οι δικτάτορες και ο Ερντογάν είναι εξίσου δικτάτορας με τον Χίτλερ.
Εάν λοιπόν υποθέσουμε ότι θα επιτευχθεί η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας την οποία κρίνει η Τουρκία ως μη συμφέρουσα για αυτήν, θα ακολουθήσει την τύχη των πιο πάνω συμφωνιών. Συνεπώς, εάν δεν υπάρξει γνήσια συμφωνία στις συνομιλίες, θα βρεθούμε σε χειρότερο αδιέξοδο από το παρόν. Εάν υπάρξει συμφωνία που αναπόφευκτα θα περιλαμβάνει απαράδεχτες παραχωρήσεις στην Τουρκία, βάζουμε μόνιμα το σχοινί στο λαιμό μας οι ίδιοι. Για να λυθεί λοιπόν σωστά το Κυπριακό, πρέπει να αλλάξουν τα δεδομένα που αφορούν το πρόβλημα. Δεν μπορεί να είναι εκεί ο Ερντογάν, ένας άξεστος διδάκτορας τριγυρισμένος από το τουρκικό κατεστημένο της άκρας δεξιάς και από την άλλη ένας νεαρός άπειρος πρωθυπουργός της Ελλάδας η οποία υστερεί και από πλευράς στρατιωτικής δύναμης και έχουν σαν μοναδικό σταθερό υποστηριχτή τον Πρόεδρο της Γαλλίας. Μια υποστήριξη που απέτρεψε μέχρι τώρα πολεμικές ενέργειες της Τουρκίας, έναντι της Ελλάδας. Ενώ, ο δικτάτορας της Τουρκίας υποστηρίζεται καμουφλαρισμένα από τις ΗΠΑ, τον ΟΗΕ και τη μέχρι τώρα αδράνεια, δυναμική, συμπαράσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλες σιωπηλές χώρες που έχουν δεχτεί τις αρχές του ΟΗΕ ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά δεν τις ενθυμούνται. Αν δεν αλλάξουν αυτά τα δεδομένα, σωστή λύση του Κυπριακού δεν μπορεί να υπάρξει. Και οι συνομιλίες και τα άλλα διπλωματικά μέσα, δεν αλλάζουν την πολιτική της Τουρκίας. Αυτά πρέπει να τα έχουν συνεχώς υπόψιν τους οι πολιτικοί μας και προπαντός, οι ηγέτες μας στην Κύπρο και στην Ελλάδα.