Ένα πρόσφατο συμβάν, το οποίο έσπειρε διχογνωμία στο ταλαίπωρο μα περήφανο νησί μας, έγινε αφορμή για να αναδυθεί (και πάλι) το θέμα της ελευθερίας της έκφρασης και της λογοκρισίας στην τέχνη. Ως φυσικό επακόλουθο λοιπόν, θέτονται αρκετά ερωτήματα  περί ελευθερίας έκφρασης, βλασφημίας και λογοκρισίας. Τα ερωτήματα θα προσπαθήσω να απαντήσω περιπλέκοντας  την προσωπική μου άποψη σ’ ένα αντανακλαστικά αυθόρμητο  επίπεδο, με τη βοήθεια φυσικά, ενός βιβλίου ονόματι «Λεξικό Λογοκρισίας στην Ελλάδα» των ΠΠ και ΔΧ.

Με αφορμή λοιπόν κάποιες καλλιτεχνικές δημιουργίες ενός καθηγητού, οι οποίες κατ’ επανάληψη δημοσιεύονται στον ηλεκτρονικό κόσμο που σχεδόν μονίμως κατοικούμε, αρκετοί θίχτηκαν ή και προσβλήθηκαν (συμπεριλαμβανομένου και ο γραφών) από τα σχεδόν εικαστικά έργα του εν λόγω ανθρώπου. Η κοινή γνώμη χωρίστηκε αυθόρμητα  σε δύο απόψεις, η μία είναι αυτή που προέρχεται από τον χώρο του νομικού φιλελευθερισμού, η οποία ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει όριο στην ελευθερία της έκφρασης διότι, είναι ‘μεγαλύτερο έννομο αγαθό από την προστασία της προσωπικότητας’ και η δεύτερη είναι αυτή του νομικού πατερναλισμού, η οποία είτε στο όνομα των αξιών που προσβάλλονται, είτε στο όνομα της ανάγκης της διατήρησης της δημόσιας τάξης και της κοινωνικής ειρήνης, ‘δεν θέλει να προσβάλλεται καθόλου η προσωπικότητα’, και όταν λέμε προσωπικότητα, εννοούμε κυρίως τα εκάστοτε «εσωτερικά μας άβατα», τα οποία, σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να μας τα «ενοχλούν»(ομάδα, κόμμα, πατρίδα, θρησκεία κτλ.) και γι’ αυτό ενδεχομένως να θέλουμε να βάλουμε όριο στους ανθρώπους που μας προσβάλλουν. Όσον αφορά την τελευταία άποψη, ο σύγχρονος φιλόσοφος συνταγματικού δικαίου, Ρόναλντ Ντουόρκιν ισχυρίζεται ότι, δεν υπάρχει γενικευμένο δικαίωμα στην μη προσβολή. Σε μία δημοκρατία, κανείς, ανεξάρτητα με το πόσο ισχυρός είναι, δεν μπορεί να έχει δικαίωμα να μην προσβάλλεται. Πρέπει να αντιληφθούμε λοιπόν, ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη προσωπικότητα που να μην έχει υποστεί προσβολές, διότι η προσβολή, όπως μας εξηγεί το λεξικό λογοκρισίας, η οποία εξαρτάται από προσωπική συγκρότηση, έχει χαρακτήρα αναπόδραστα υποκειμενικό, αφού, διαφορετικά πράγματα προσβάλλουν σε διαφορετική ένταση διαφορετικούς ανθρώπους. Αφετέρου, όσον αφορά τους θιασώτες του άκρατου «πολίτικαλ-κορρεκτισμού» και υπέρμαχους του απόλυτου δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, θα πρέπει σύντομα ν ‘αντιληφθούν ότι η ελευθερία της έκφρασης είναι δικαίωμα και ως εκ τούτου, όπως όλα τα δικαιώματα, δεν είναι απόλυτο, εξ ορισμού σταθμίζεται και σαφώς, έχει όρια, αφού, πιθανότατα να θίγει τα υπόλοιπα δικαιώματα.

Τα ζητήματα προσβολής, απολυτότητας και ορίων, έρχεται να αποσαφηνίσει μία τρίτη οπτική γραμμή, μία παράταιρη, όπως μας εξηγεί ο ΔΧ. Η διαφορετική αυτή οπτική, μας δίνει να καταλάβουμε, ότι σημασία δεν έχει το τι λέγεται ή το πώς λέγεται, αλλά το πλαίσιο στο οποίο λέγεται κάτι. Η παράταιρη γραμμή αυτή, αναδεικνύει το πλαίσιο εκφοράς του λόγου σαν αποκλειστικό κριτήριο το οποίο αιτιολογεί, συγχωρεί ή επιτρέπει την λογοκρισία. Είναι διαφορετικό πράγμα η εξατομικευμένη προσβολή από την μη εξατομικευμένη. Άλλο η προσβολή να γίνεται από κάποιον που χρησιμοποιεί την δημόσια εξουσία και άλλο από κάποιον ανώνυμο σε μία ιδιωτική συζήτηση. Καιρός είναι να κατανοήσουμε ότι η προσβολή δεν είναι μια παραφθορά της κοινωνίας αλλά,  ένα συστατικό της στοιχείο.

 Εκ των πραγμάτων λοιπόν, και αφού θέσαμε ένα σύντομο επιστημονικό υπόβαθρο, το ότι μας ενοχλεί που ένας καλλιτέχνης μας έθιξε  τα εσωτερικά μας άβατα, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως αποχτούμε το δικαίωμα του κοινωνικού δικαστή, πόσο μάλλον του λογοκριτή. Συνεπώς, εάν θέλουμε να αποκαλούμαστε σωστοί Χριστιανοί, όσον αφορά το ζήτημα της βλασφημίας και κατ’ επέκταση την ποινική διάταξη που υπάρχει γι’ αυτήν, θα έπρεπε να γνωρίζουμε, ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη την στήριξη εισαγγελέα για να επιβεβαιώσει την παρουσία Του, ούτε μπορεί να θεωρηθεί έννομο αγαθό, αφού Αυτός, είναι η αρχή και το τέλος όλων των έννομων αγαθών. Αν κάποιο πρόσωπο θίγεται από έναν λόγο ή από μία καλλιτεχνική δημιουργία, μπορεί απλός να χρησιμοποιήσει άλλες διατάξεις του ποινικού κώδικα που προστατεύουν την τιμή και την υπόληψή του, κανείς δεν μένει απροστάτευτος. ‘Όποιος βλασφημεί, στην κόλαση μπορεί να πάει, φυλακή, δεν μπορεί..’ Το πιο επικίνδυνο πάντως, είναι το να εμπιστευτούμε σε κάποιους να μας πουν τι είναι τέχνη και τι όχι.

Στο δια ταύτα, η σημερινή κοινωνία χρήζει βελτίωσης στο εν λόγω ζήτημα και πρέπει να στοχαστεί με ορθά κριτήρια εάν πραγματικά θέλει σωστά πορίσματα. Εάν ο καθηγητής τέχνης χρησιμοποιούσε την εξουσία που του δίνεται από την πολιτεία για να παρέμβει στις συνειδήσεις των μαθητών του, με σκοπό τη διαμόρφωση συγκεκριμένων ιδεοληψιών, τότε θα ήταν θεμιτή η αφαίρεση του αξιώματος αυτού, αφού το καταχράται . Η προκειμένη περίπτωση όμως, έρχεται σε αντιδιαστολή με τα πραγματικά γεγονότα, αφού, κάποιοι «μπήκαν» στην ιδιωτική διαδικτυακή σελίδα του συγκεκριμένου ανθρώπου, αντέγραψαν, δημοσίευσαν και αναπαρήγαν τα έργα του, ζητώντας μέχρι και το κάψιμό του στην πυρά, σάματις και εμείς, θέλουμε συνέχεια να  βλέπουμε μπροστά μας τις εικόνες του καλλιτέχνη ή τα σχόλια αυτών. Σημαντικό να αποσαφηνίσουμε ότι, η κριτική, δεν είναι λογοκρισία όσο σκληρή και αν είναι, μορφή λογοκρισίας παίρνει εκείνη την χρονική στιγμή  που ο κριτής, ζητά αφαίρεση ή περιορισμό του έργου ή του λόγου από κάποιον διότι ο ίδιος ενοχλείται. Δυστυχώς, μπορούμε να βρούμε κάλλιστα, αρκετά παραδείγματα λογοκρισίας στην καθημερινότητα της δημόσιας σφαίρας μας, αρκεί να ανατρέξουμε στα σχόλια από τις καθημερινές καλλιτεχνικές δημιουργίες του γελοιογράφου ‘Πιν’, στην στάση που κράτησε ο ευρωβουλευτής Νιαζί Κιζίλγιουρεκ όταν του ασκήθηκε κριτική από τον δημοσιογράφο Α.Μ και ο πρώτος απάντησε με προσωπικές προσβολές και λογοκριτική στάση ή όταν, διωκόταν ο τ/κ δημοσιογράφος Σενέρ Λεβέντ . Κάπου εδώ, είναι και η στιγμή όπου αρκετοί -γνήσιοι φορείς της κυπριακής νοοτροπίας- θα προσπαθήσουν (μάταια) να με κατατάξουν, εντός του μυαλού τους, πάνω  στον νοητό άξονα αριστερά-δεξιά, ανίκανοι να  καταλάβουν ότι πρόκειται για κάτι μεγαλύτερο.

Συμπερασματικά και κοντολογίς, φυσικά ο ανθρώπινος λόγος μπορεί να προσβάλει, και μάλιστα να προκαλέσει οδύνες, ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι οι πράξεις. Φυσικά, η ελευθερία της έκφρασης έχει όρια και κάπου σταματά: εκεί που θίγεται ο πυρήνας της υπόληψης, της τιμής και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου όταν εξατομικευμένα στοχεύεται. Επομένως, το επίκαιρο ερώτημα δεν είναι αν η ελευθερία του λόγου είναι απόλυτη, ούτε αντιστρόφως. Δεν μας κόφτει τι κάνει ο καθείς στην προσωπική του ζωή και αυτό είναι κατεξοχήν θέμα αυτοσεβασμού. Δεν μας κόφτει εάν κάποιος βλασφημεί στο σπίτι του, δεν μας κόφτει εάν κάποιος σχεδιάζει υποτιμητικά τον Αρχηγό της ΕΟΚΑ που τον εξυμνούσαν ο Τσε Γκιεβαρα και ο Κάστρο, δεν μας κόφτει και ούτε θ ‘άπρεπε. Εάν δεν μας αρέσει κάτι, το προσπερνούμε και το αφήνουμε να περάσει απαρατήρητο (ας αναλογιστούν αυτοί που καθυβρίζουν τον καθηγητή, ποιοι τον έκαναν διάσημο).

Η κοινωνία μας έχει πολύ δρόμο ακόμη, ειδικά αν ακούσουμε ή διαβάσουμε τοποθετήσεις όλων των κομμάτων, οργανώσεων , κληρικών, κυβερνώντων, ακόμη και της επιτρόπου διοικήσεως και προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εμείς, ούτε με τους μεν ούτε με τους δε. Μία ώριμη κοινωνία με μορφωμένους πολίτες, σκέπτεται μονίμως αλτρουιστικά, χωρίς κομματικούς και τοξικά ιδεολογικούς σταθμούς, κατανοεί πως η ελευθερία, δεν είναι αγαθό δεδομένο και πρέπει πάντα κι εν παντί να διαφυλάττεται. Η λογοκρισία, λίγο ή πολύ, εμφανίζεται σε όλο το πολιτικό φάσμα, γι’ αυτό δεν έχει χρώμα ή αν θέλετε, είναι πολύχρωμη, καιρός να αντιληφθούμε ότι ο αγώνας κατά της λογοκρισίας, είναι αγώνας για την ελευθερία και την ισότητα μαζί.

*το άρθρο τιτλοφορείται με τον τίτλο του σεμιναρίου που διδάσκεται στο τμήμα Ιστορίας & Πολ. Επιστήμης από τους ΠΠ και ΔΧ