«Ανήκω στην ελληνοκυπριακή κοινότητα που η πολύχρονη προσδοκία της για ένωση με την Ελλάδα, την οδήγησε σε ένοπλο αγώνα ενάντια στη βρετανική αποικιακή εξουσία και στη βίαιη σύγκρουση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα πριν από τη γέννηση της ανεπιθύμητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Ανεπιθύμητης γιατί ήταν ο τυχαίος καρπός μιας σύρραξης μεταξύ Ελλήνων και Βρετανών, Τούρκων και Ελλήνων, όπου ο καθένας μαχόταν για να εμποδίσει τον άλλο να πετύχει το στόχο του και όλοι μαζί απέτυχαν οικτρά. Μια δημοκρατία που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς εθνικό ύμνο και με σημαία που το σύνταγμά της ορίζει να έχει ουδέτερα χρώματα και σχέδιο. Μια σημαία που ούτε οι Έλληνες ούτε οι Τούρκοι θεώρησαν ποτέ εθνική τους σημαία και κανείς δεν ήταν έτοιμος να πεθάνει γι’ αυτή».

Ο αείμνηστος Γλαύκος Κληρίδης περιγράφει με αυτό τον γλαφυρό τρόπο στην εισαγωγή του έργου «Η κατάθεσή μου» τη γέννηση του κράτους μας. Μια ανεξαρτησία που προέκυψε ως αποτέλεσμα ενός μεγάλου και σκληρού συμβιβασμού και όχι ως εκπλήρωση μιας επιθυμίας.  

Η νεαρή Κυπριακή Δημοκρατία πέρασε από πολλές περιόδους στη μικρή ιστορία της. Το σύνταγμα μας άντεξε μόλις τρία χρόνια μέχρι τις διακοινοτικές ταραχές, τα 13 σημεία και την ανταρσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Από τότε και μέχρι το 1974 βολοδέρναμε ανάμεσα στην επιστροφή του στόχου της ένωσης και στην παροχή αυτοδιοικητικών δικαιωμάτων στους Τουρκοκυπρίους, απορρίπτοντας σημαντικές πρωτοβουλίες και προς τις δύο κατευθύνσεις (Σχέδια Άτσεσον, συμφωνία Κληρίδη – Ντεκτάς το 1972). Προσδοκούσαμε πάντα σε κάτι ακαθόριστο από τη μια, αλλά και άπιαστο από την άλλη. Φτάσαμε στο 1974, όπου η βάρβαρη τουρκική εισβολή που ακολούθησε το άφρον πραξικόπημα, έφερε τον τουρκικό στρατό στην Κύπρο και επιχείρησε να επιβάλει τη διχοτόμηση με τετελεσμένα επί του εδάφους. 

Από τότε μέχρι και σήμερα, συζητάμε με διάφορους τρόπους ένα συμβιβασμό που θα απελευθερώνει και θα επανενώνει την πατρίδα μας, προκειμένου να προχωρήσει μπροστά χωρίς κηδεμόνες και ξένους στρατούς. Παλεύουμε όμως και με το χρόνο που εμποδίζει την συνειδητοποίηση και στις δύο μεγάλες κοινότητες του γεγονότος ότι ολόκληρη Κύπρος σημαίνει εκ των πραγμάτων τη συνεργασία των Ελλήνων της Κύπρου με τους Τούρκους της Κύπρου. Χωρίς αυτή τη συνεργασία, ολόκληρη Κύπρος δεν μπορεί να υπάρξει. 

Σε όλες αυτές τις περιόδους την Κυπριακή Δημοκρατία χαρακτήριζε ακόμη μία μεγάλη εσωτερική αντιπαλότητα. Ήθελε μεν η πολιτική μας ηγεσία να συμπεριφέρεται ως ηγεσία ενός πλήρως ανεξάρτητου κράτους, αλλά στην ουσία όλοι ήξεραν ότι δεν είμασταν ποτέ ένα τέτοιο κράτος. Έτσι από τη μία κάναμε την «επανάσταση» τραβώντας τον δήθεν αυτόνομο δρόμο μας και από την άλλη τρέχαμε με κάθε δυσκολία είτε στους συνταγματικά κατοχυρωμένους μας κηδεμόνες ή σε άλλους «από μηχανής θεούς» που θεωρούσαμε ότι μας προσεταιρίστηκαν. Τα παραδείγματα πάρα πολλά και ισάριθμες οι φορές που «φάγαμε τα μούτρα μας». 

Αυτή τη συμπεριφορά ενός κράτους «ανηλίκου», ήρθε να διαταράξει η μοναδική εθνική μας επιτυχία να ενταχθούμε ως κράτος πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004, παρά την ύπαρξη του Κυπριακού προβλήματος. Ένα γεγονός που όχι μόνο εδραίωσε τη σημαντικότητα της ανεξαρτησίας μας, αλλά και επεσήμανε σε όλους μας το πόσο πολύτιμη ήταν τελικά η Κυπριακή Δημοκρατία. Ταυτόχρονα, μας ανάγκασε να ασχολούμαστε και να τοποθετούμαστε μέσα στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο για μια σωρεία θεμάτων μεγάλου εύρους, που δεν έχουν να κάνουν μόνο με το Κυπριακό πρόβλημα. 

Το πιστεύω βαθιά ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτός από τα πολλαπλά υπόλοιπα οφέλη μας ανάγκασε ως κράτος επιτέλους να «ενηλικιωθούμε» και να αντιληφθούμε ότι μπορούμε να βρούμε μια καλύτερη θέση στον σύγχρονο κόσμο. Μας έδωσε τα εχέγγυα να δούμε γύρω μας, στη γειτονιά μας, και να κτίσουμε συνεργασίες. Μας έδωσε βήμα να προβάλουμε τη βασική μας απαίτηση για ένα κράτος χωρίς εγγυητές. Μας ανάγκασε να μάθουμε το πως λειτουργεί πραγματικά η παγκόσμια κοινωνία και οικονομία, ένα μάθημα που, μέχρι να το αφομοιώσουμε, πληρώσαμε ακριβά με τα λάθη μας. 

Σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι πια η ανεπιθύμητη δημοκρατία που περιέγραψε ο Γλαύκος Κληρίδης. Κυρίως λόγω της δικής του επιτυχίας να καταφέρει να συνεργαστεί μοναδικά με την Αθήνα και να πετύχουν την ένταξη. Ακόμη και όσοι Ελληνοκύπριοι ποτέ δεν την είχαν αγαπήσει, σήμερα προβάλλουν την διαφύλαξή της ως πρώτη προτεραιότητα. Και οι Τουρκοκύπριοι έχουν τρέξει μαζικά να γίνουν ξανά πολίτες της για να εξασφαλίσουν τη δική τους Ευρωπαϊκή ιδιότητα. Τουρκοκύπριοι που έχουν κάνει πολιτικές επιλογές και μαζικές διαδηλώσεις με έκδηλη την πρόθεση να βρεθούν ξανά μαζί μας. 

Σήμερα λοιπόν, μπορούμε πλέον να είμαστε περήφανοι για το κράτος μας. Ένα κράτος, όμως, που προχωρεί χωρίς ακόμη να είναι ολόκληρο. Οι σύγχρονοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, είμαστε σε ηλικία που – στην πλειοψηφία μας – δεν ζήσαμε το 60 και τα τραγικά που ακολούθησαν. Ένα δεδομένο που αφαιρεί μεν από την προσμονή της επιστροφής στις πατρογονικές εστίες, αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί και από ανούσια πάθη του παρελθόντος. 

Ίσως οι μεγάλες ανακατατάξεις στην περιοχή μας, όπως τις βλέπουμε να διαμορφώνονται,  προσφέρουν μια νέα ευκαιρία να καταστήσουμε το κράτος μας κανονικό και αρτιμελές. Γι’ αυτή την ευκαιρία πρέπει αυτή τη φορά να είμαστε έτοιμοι. Κυρίως, διότι είμαστε πλέον πιο σοφοί και – ως ευρωπαϊκό πια κράτος – έχουμε περάσει από τη φάση της ανώριμης εφηβείας. 

Είμαστε, στο τέλος της ημέρας, ένας λαός που έχουμε αντεπεξέλθει τα πάντα στο πέρασμα της ιστορίας. Και ένας λαός που του αξίζει να αφήσει πίσω του τη μιζέρια και να δει μπροστά με αισιοδοξία. Χρόνια μας Πολλά! 

* Βουλευτής Λευκωσίας του ΔΗΣΥ.