Μία από τις βασικές αρχές της οικονομίας είναι σε περιόδους κρίσης να διατηρηθεί η ρευστότητα στην αγορά. Με αυτό τον τρόπο δεν μειώνεται η ασφάλεια που αισθάνονται οι πολίτες και ούτε διαφοροποιείται η καταναλωτική δραστηριότητα, γεγονός που αν συμβεί  θα προκληθούν μία σειρά από αρνητικές επιδράσεις.  

Η πανδημία και οι οικονομικές επιπτώσεις που έχει προκαλέσει παγκοσμίως αναπόφευκτα μας οδηγεί σε αναζήτηση λύσεων που θα αμβλύνουν όσο το δυνατό περισσότερο τις οικονομικές επιπτώσεις από το lockdown. Η κυβέρνηση επέλεξε να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση μέσα από τα λεγόμενα «κορωνοδάνεια». Τα δάνεια αυτά προνοούν παροχή κρατικής ενίσχυσης σε αυτοτελώς εργαζόμενους, μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, υπό τη μορφή επιδότησης επιτοκίου κατά τα πρώτα τέσσερα χρόνια από την ημερομηνία έγκρισης του δανείου. 

Αυτή η επιλογή της κυβέρνησης βρήκε αντίθετη την ΕΔΕΚ, καθώς αυξάνει σε σημαντικό βαθμό την απώλεια εσόδων του κράτους και επιβαρύνει τους δανειολήπτες με υψηλό επιτόκιο δανεισμού. Ενώ στην Ευρωζώνη το επιτόκιο δανείων ανέρχεται ως μέγιστο ποσοστό στο 2%, στην Κύπρο η παραχώρηση δανείου με επιτόκιο 4,25% είναι το λιγότερο προκλητική. Την ίδια στιγμή η επιχορήγηση του επιτοκίου για 3,5% από το κράτος με τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη στην ουσία αποτελεί έμμεση κρατική στήριξη των τραπεζών. Επίσης, μέσα από την δανειοδότηση οι δανειολήπτες επιβαρύνονται με τις μηνιαίες δόσεις γεγονός που αυξάνει τα λειτουργικά έξοδα όσων επιλέξουν αυτή τη μορφή «στήριξης». 

Με δεδομένο πως η πανδημία και οι επιπτώσεις της στην οικονομία ενδέχεται να συνεχιστούν για τουλάχιστον ακόμη ένα εξάμηνο, η επιβάρυνση των λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεων και των αυτοτελώς εργαζομένων σε μία περίοδο μειωμένου κύκλου εργασιών, μόνο αρνητικές επιπτώσεις μπορεί να επιφέρει. Εκτιμούμε πως ο κίνδυνος να οδηγηθούν σε αναστολή των εργασιών τους είναι ορατός. Αυτό θα έχει αναπόφευκτα μία σειρά από αλυσιδωτές επιπτώσεις όπως είναι η αύξηση της ανεργίας και των επιδομάτων που θα χρειαστεί να παραχωρηθούν καθώς και πιθανή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των εκποιήσεων.

Με βάση τα πιο πάνω, μέσα στο πλαίσιο της εποικοδομητικής συνέργειας όπου δρα η ΕΔΕΚ, κατέθεσε στην κυβέρνηση έγκαιρα αντιπρόταση που εξασφαλίζει την αύξηση της ρευστότητας όσων επηρεάζονται από την πανδημία μέσω έμμεσου δανεισμού κατά τρόπο δίκαιο και ισότιμο, χωρίς ευνοϊκές διακρίσεις από τις τράπεζες και χωρίς οι πολίτες να επιβαρύνονται με επιτόκια. Η πρόταση αυτή επανακατατέθηκε πρόσφατα στην τελευταία συνάντηση που είχε ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ με τον Υπουργό Οικονομικών, με την ελπίδα να αξιολογηθεί εκ νέου και ει δυνατόν να υιοθετηθεί άμεσα προς όφελος της οικονομίας. Πιο συγκεκριμένα, η πρόταση προνοεί αντί οι πολίτες να καταφεύγουν για δανεισμό από τον τραπεζικό τομέα, το κράτος να προχωρήσει σε έμμεσο άτοκο δανεισμό των αυτοτελώς εργαζομένων και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η έμμεση δανειοδότηση μπορεί να γίνει με τον πιο κάτω τρόπο:

Για την χρονική περίοδο 1/10/2020 μέχρι και τις 30/6/2021 να επιτραπεί στους δικαιούχους να προχωρήσουν σε:  Αναστολή καταβολής των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στους λογαριασμούς  ΑΗΚ να καταβάλλεται μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στα καύσιμα, και για το Φ.Π.Α. να καταβάλλεται μόνο το 10% αντί το 19%.

Τα πιο πάνω ποσά τα οποία θα αποτελούν μορφή έμμεσου δανεισμού από το κράτος θα επιστραφούν χωρίς επιτόκιο και επιβαρύνσεις μέσα σε περίοδο δύο ετών (1/7/2021 μέχρι 30/6/2023) με τον εξής τρόπο: Για την περίπτωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι συνεισφορές για τους μισθωτούς να καταβληθούν σε 24 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, των δε αυτοτελώς εργαζομένων σε οκτώ τριμηνιαίες δόσεις. Στην περίπτωση των λογαριασμών της ΑΗΚ το ποσό να επιστραφεί σε δώδεκα διμηνιαίες ισόποσες δόσεις. Και τέλος, για την περίπτωση του Φ.Π.Α. αυτό να καταβληθεί σε οκτώ ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις.

Τα πιο πάνω έχουν άμεσο όφελος για όσους έχουν πληγεί από την πανδημία με μείωση των λειτουργικών τους εξόδων και άρα αύξηση της ρευστότητάς τους σε ποσοστό που μπορεί να φτάνει το 20%-25%. Την ίδια στιγμή αποφεύγεται η δανειοδότηση η οποία αυξάνει τα λειτουργικά έξοδα με προφανή κίνδυνο την αναστολή εργασιών, την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ενδεχομένως την εκποίηση περιουσιών.  Μέσα από την πρόταση, το κράτος μακροπρόθεσμα δεν θα έχει απώλεια εσόδων ενώ την ίδια στιγμή θα στηρίξει μέσω των αυτοτελώς εργαζομένων και των επιχειρήσεων την οικονομία του τόπου κατά τρόπο άμεσο και αποτελεσματικό. 

 * Εκπρόσωπος Τύπου και μέλος Κεντρικής Επιτροπής Κ.Σ.ΕΔΕΚ.