Αναπάντεχα εμφανίστηκε στη ζωή μας ένας απρόβλεπτος συνοδός που ούτε τον θέλαμε, ούτε τον δεχόμαστε, όμως είμαστε υποχρεωμένοι να τον έχουμε επαχθή κι ανεπιθύμητο συνοδοιπόρο, και τον ταυτίζουμε με τη βαριά σκιά του θανάτου. Και το όνομα αυτού κορωνοϊός. Δυσάρεστος αχθοφόρος μιας πανδημίας διεθνούς εμβέλειας. Και η πραγματικότητα μας εξαναγκάζει να συμβαδίζουμε με το θανατηφόρο τέρας και να το αντιμετωπίζουμε άοπλοι. Δεν έχουμε προστατευτικό εμβόλιο έναντι της απειλής. Δεν έχουμε ιαματικά φάρμακα. Ούτε ξέρουμε πώς να αντιστρατευθούμε στον σύγχρονο Χάροντα. Βρεθήκαμε ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια. Όπως οι πατέρες μας στα εγκαταλειμμένα ξεροτόπια της πανούκλας του Μεσαίωνα, στη σκιά του Παρθενώνα το 430 π.Χ. με τον τυφοειδή πυρετό, στα αποσπάσματα της αγωνίας της φυματίωσης που έπληξε ανελέητα την αυγή του προηγούμενου αιώνα με τα νεκροταφεία στις κοινωνίες μας. Στα κοιμητήρια της υπαίθρου οι οικογενειακοί τάφοι θυμάτων της κακοπάθειας, στιγματίζουν ακόμα τη μνήμη του εφιάλτη που ξεκλήρισε γενιές. Πατέρες, μανάδες, κόρες, γιους, που πνίγηκαν στις ακατάσχετες αιμοπτύσεις του «χτικιού». Τότε ο φόβος γέμιζε τα πλοία της μετανάστευσης. Κι οι νέοι μας θαλασσοδέρνονταν σε μαύρα, ωκεάνια νερά, χωρίς να μπορούν να συνεννοηθούν με τον άγνωστό τους κόσμο της ξενιτιάς, Αγγλίας, Αμερικής, Αργεντινής. Αντιπάλευαν με τραμουντάνες στα πέλαγα, με άγρια θηρία στις στεριές. Σαρκοβόρα. Για ένα κομμάτι ψωμί. Για ένα σκέπαστρο από τη βροχή. Ανεμοδαρμένοι. Άρρωστοι. Πεινασμένοι. Σ’ ένα μυθιστόρημα περιέγραψα τα δράματα συγγενών που χάθηκαν στο πουθενά… Έμπαιναν σε καράβια ανθρωποπνίχτες κι έφευγαν, δραπετεύοντας από τον χαμό που τους τραβούσε στους νεκρούς. Η διαφορά μας είναι πως τότε έβρισκαν ένα σαπιοκάραβο να σαλπάρουν στην ελπίδα. Τώρα τα λιμάνια έκλεισαν κι οι ελπίδες ναυάγησαν. Πού να παν; Το κακό απλώνεται παντού και δοκιμάζει αλύπητα την ανθρωπότητα.
Η επιβίωση, μας αναγκάζει να ζήσουμε στον χώρο της δοκιμασίας. Προμηθείς στον Καύκασο, όπου ο γυπαετός ορέγεται τα σπλάχνα των καταδικασμένων. Παρά ταύτα η μοίρα της καταφοράς μάς καλεί να ηρεμούμε για να καταφέρουμε να ζήσουμε ανθιστάμενοι. Οι επιστήμονες, το Κράτος, η λογική, μας εφοδιάζουν με τις ατομικές και τις οικογενειακές δυνατότητες για να σταθούμε στα πόδια μας. Να ζήσουμε αντιπαλεύοντας με το κακό. Να συμμορφωνόμαστε με τις υποδείξεις των ειδικών και της Πολιτείας. Να υψώνουμε τείχη προστασίας από τον πολιορκητή. Τον επιδρομέα. Η κοινωνία να απολακτίσει την ανεμελιά, την αδιαφορία, την αμεριμνησία, την επιπολαιότητα, την ανευθυνότητα, που συνέτειναν στην εύκολη κυριαρχία της ζωής χωρίς πάθος. Οφείλουμε να συμμορφωθούμε με τη φρόνηση. Με εφόδια τις νουθεσίες της υπεύθυνης Αρχής. Να παραμένουμε στα σπίτια μας. Χωρίς εφορμήσεις σε παννυχίδες. Σε τρικούβερτα γλέντια αλόγιστης ψυχαγωγίας και μέθης. Και με το εισιτήριο της ζωής στο πρόσωπο. Την προστατευτική μάσκα. Όπως τους παλιούς ιππότες με τις χάλκινες προσωπίδες. Πλεονεκτούμε έναντι εκείνων. Οι δικές μας είναι από απλό ρούχο!
Και εδώ προέχει η ανάγκη που επιβάλλουν οι συνθήκες. Η ανάγκη αναπροσαρμογής της Παιδείας που οφείλει να προωθήσει άμεσα τους όρους σωστής αγωγής. Και να αξιοποιήσει το τεράστιο δυναμικό που έχει στην επικράτειά της. Τη μαθητιώσα νεότητα. Που οι πολύχρονες εμπειρίες του γράφοντα υπαγορεύουν σαν αμυντικές προϋποθέσεις οικογενειακής προστασίας. Στο μυαλό αναπηδούν οι αξιώσεις των παιδιών που αρνούνταν να καθίσουν στο τραπέζι του γεύματος, αν ο πατέρας δεν πετούσε το τσιγάρο. Και αρνούνταν να μείνουν στο σαλόνι όπου οι μεγαλύτεροι κάπνιζαν. Ένας φίλος, θεριακλής στο κάπνισμα, μια μέρα με κατάπληξε: Μου έκοψαν το τσιγάρο. Ποιοι; Τα παιδιά μου. Αρνούνταν να κάτσουν στην τηλεόραση αν κάπνιζα. «Δεν θέλουμε να πεθάνεις. Μου υπαγόρευσε η κόρη. Κόψε το τσιγάρο». «Κι ούτε να μας πεθάνεις κι εμάς από τον καπνό» παρατήρησε ο μικρότερος!
Χρειαζόμαστε νέα αγωγή. Νέο σύστημα ζωής. Σωστική ψυχολογία. Που θ’ αρχίζει και θα επεκτείνεται από το σχολείο. Να εμπεδώσουμε στα παιδιά μας τα μέσα παράτασης της επιβίωσης. Να τους αναθέσουμε τις ευθύνες που επιβάλλουν οι υπαρξιακοί όροι της ζωής. Να τους μάθουμε πώς να ζουν και πώς να προωθούν τις εγγυήσεις διαφύλαξης της οικογενειακής γαλήνης και της ατομικής διάρκειας. Είναι αλληλένδετα. Θα τερματίσουν την ανέμελη διάβαση στο χρόνο που, δυστυχώς, πρόβαλε η εξουσία της πρώτης δεκαετίας της «ανεξάρτητης» πολιτείας. Τότε, πριν 60 χρόνια, η πρώτη εξουσία ισοπέδωσε τους όρους κοινωνικής εξέλιξης. Εξοβέλισε τις ιδέες που ενέπνεαν τον άνθρωπο. Εκμαύλισε τις αρχές που προσανατόλιζαν στην κοινωνική πορεία. Αποσάρθρωσε το ήθος που φώτιζε τις προϋποθέσεις δημιουργίας του σωστού πολίτη. Και αντικατέστησε τις βάσεις του χαρακτήρα του ατόμου ως μέρους του συνόλου, με την άρρωστη ιδιοτέλεια, το ατομικό συμφέρον, το προσωπικό όφελος, την κραιπάλη και την ανευθυνότητα μιας δημόσιας ζωής, θυματοποιημένης στην παραζάλη της μέθης της αρχομανίας που κερδιζόταν με τη μεταλλαγή του ανθρώπου σε ευτελή πολιτικό δούλο και κομματικό υπηρέτη της αρχής που εξασφαλιζόταν με την αναξιότητα. Ήταν η απαρχή εξαγοράς της ψυχής και δεκαρολογίας της αξιοπρέπειας. Και η Παιδεία αφέθηκε έρμαιο στις προσταγές και στα άτιμα συμφέροντα μιας προσωποπαγούς εξουσίας που δεν άξιζε να εξουσιάζει.