Η παρουσίαση, την Τρίτη 6 Μαΐου, στη Λευκωσία, του βιβλίου-μαρτυρίας της Μαρίας Καρεφυλλίδου-Ιωάννου «Αναζητώντας τα Ίχνη – Όψεις του θέματος των ‘‘αγνοουμένων’’ 1974-2024» (2025) συνέπεσε με την παρουσίαση του ποιητικού βιβλίου της Κλεοπάτρας Μακρίδου-Robinet «Γράμμα στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη» (2025). Συνέπεσε, επίσης, με το κύμα ενδιαφέροντος και συγκίνησης, το οποίο προκάλεσε η αποκάλυψη της φωτογραφίας του «Γίγαντα Αιχμαλώτου» του 1974 από τον ερευνητή Οδυσσέα Χρίστου.

Αναζητώντας τα ίχνη

Γεννημένη στην Κερύνεια, το 1951, η Μαρία Καρεφυλλίδου-Ιωάννου εκτοπίστηκε από τη γενέθλια πόλη, μαζί με τον σύζυγό της, Ντίνο Ιωάννου, κατά την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής, στις 20 Ιουλίου 1974. Γεννημένος το 1954, ο αδελφός της Χρίστος Καρεφυλλίδης πολέμησε, ως έφεδρος λοχίας της 33ης Μοίρας Καταδρομών, σε μάχες στην ευρύτερη περιοχή Κερύνειας (Αγίου Ιλαρίωνα, Αγίου Γεωργίου, Γυμναστικού Συλλόγου Πράξανδρος).

Τραυματίστηκε και κατέληξε μέσω Μπέλλα-Πάις στην Κυθρέα όπου θεάθηκε για τελευταία φορά. Η αναζήτηση της τύχης του Χρίστου από τη Μαρία άρχισε την επαύριον της εκεχειρίας της 22ας Ιουλίου (την οποίαν οι Τούρκοι εκμεταλλεύτηκαν για ενισχύσεις, επιθέσεις και προέλαση). Και έμελλε να συνεχιστεί για δεκαετίες, με τον αγώνα για τον αδελφό να εξελίσσεται σε αγώνα για το σύνολο των αγνοουμένων, την Κύπρο, τις αξίες και την ιστορική μνήμη.

Στο βιβλίο, η αγάπη, η αγωνία και η θλίψη για τον Χρίστο συναντούν την αγάπη για την πατρίδα, τον πόνο για την προσφυγιά, τη νοσταλγία για την Κερύνεια, το πείσμα για την αλήθεια και την οργή για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Διάχυτη είναι και η αγωνία για την ανάδειξη και τη μνήμη προσώπων και γεγονότων. Πρόκειται για το χρονικό μιας αναζήτησης, με τεκμηρίωση, λόγο και συναίσθημα, όπου τα βιώματα συμπλέκονται με τη δράση διεθνών οργανισμών και κρατικών μηχανισμών καθώς και προσωπικές μαρτυρίες τρίτων.

Η Μ. Καρεφυλλίδου-Ιωάννου μάχεται, με κομμάτια νήματος που η ίδια συνδέει, να εξέλθει από τον λαβύρινθο της άγνοιας ενώ, στο μεταξύ, βρίσκεται αντιμέτωπη και με τον Μινώταυρο της γραφειοκρατίας, της αναλγησίας και των παραπλανήσεων. Η αδελφή του εύμορφου στρατιώτη με τη «μαλαματένια» ψυχή, η οποία μικρή διάβαζε και έπαιζε τον «Μικρό Ήρωα», έγινε αγωνίστρια για την αλήθεια. «Οι αξιακές καταβολές καθοδηγούν τις πράξεις μας», τονίζει η ίδια. Την κόρη που γέννησε το 1979 την ονόμασε Χριστίνα.

Σκιαγραφώντας το απόσταγμα της διαδρομής της, η συγγραφέας επισημαίνει: «Έθεσα στη ζωή μου ως υψηλό στόχο την εξακρίβωση των συνθηκών εξαφάνισης του αδελφού μου. Στερούμενη πληροφόρησης από τους αρμοδίους, θα είχα καταλήξει σε μια απέλπιδα αναζήτηση, αν δε είχα την υποστήριξη παλαιών πολεμιστών και προπαντός την άνωθεν βοήθεια. Η εμπειρία με άφησε σε αμφιβολία για πολλούς και πολλά, δεν έχω όμως καμία ψευδαίσθηση ότι η ουσία του θέματος έγκειται στην εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ‘‘αγνοουμένων’’ και των συγγενών τους. Τα γεωπολιτικά συμφέροντα είναι τόσο ισχυρά, που απειλούν να καταβαραθρώσουν το σύστημα αξιών στο οποίο έχει οικοδομηθεί ο σύγχρονος κόσμος».

Ο προβληματισμός της Μ. Καρεφυλλίδου-Ιωάννου για τη λέξη «αγνοούμενοι» αξίζει να προσεχθεί: «Ο όρος εμπερικλείει στρατιωτικούς, αμάχους, πολίτες, γέρους, γυναικόπαιδα, βρέφη, ασθενείς και τραυματίες, σάμπως να κηρύχτηκαν σε αφάνεια. Αισθανόμουν ότι μηδένιζε την ανδρεία των νέων παρέμειναν στα πεδία και πολέμησαν τους εισβολείς, παρ’ όλο που γνώριζαν ότι οι μάχες ήταν άνισες και προδομένες».

Τέλος, οφείλεται μια αναφορά στην Ελένη Βικτωρίδου-Καρεφυλλίδου, που ως το 2015 αναζητούσε μαζί με την κόρη τα ίχνη. Στην Ελένη, της αξιοπρέπειας και της περηφάνειας, που έστειλε πολλές αναπάντητες επιστολές, εντός Κύπρου και εκτός, και «δεν άντεχε να βλέπει τα οστά, που ταυτοποιούνταν με τη μέθοδο του DNA, να επιδεικνύονται ως πρόοδος στο ‘‘θέμα των αγνοουμένων’’· δεν άντεχε στην ιδέα» πως μια μέρα θα της έδιναν «τα οστά του λεβέντη της, που τον έβλεπε πάντα ζωντανό στον ύπνο της και στον ξύπνιο της, για να κλείσει το θέμα όπως-όπως, χωρίς τεκμαρτές αποδείξεις». 

«Κι όταν στην ταυτοποίηση των οστών του / γονάτισα να πρωτοχαϊδέψω / χέρι που δεν με βάσταξε, ο λεπτός / αυτού συναρμολόγος μού παρέδωσε / δόντι χρυσό, του θείου πατρός μου δώρο», γράφει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης περιγράφοντας μια «συνάντηση» κόρης και πατέρα, όπως εκείνη που η Ελένη φοβόταν. Και αποτελεί το δόντι αυτό ενθύμιο και υπόμνηση.

Ένα Γράμμα, σε ποιητή εθνικό και οικουμενικό

Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Λευκωσία, η Κλεοπάτρα Μακρίδου-Robinet διαμένει μόνιμα στη Γαλλία. Η Κύπρος, η νόστος και τα εθνικά πάθη και οι πόθοι τέμνουν εγκάρσια την ποίησή της. Οι πληγές της πατρίδας είναι και δικές της: «Ο πληγωμένος δεν ξεχνά εύκολα. / Ακολουθεί πάντα πορεία προς τη μήτρα της ζωής. / Να ξεπλύνει, μέσα στο αμνιακό υγρό / την πληγή ζητά μια ζωή!».

«Διαλεγόμενη» με τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, η ποιήτρια προβάλλει επανειλημμένα το ακανθώδες ζήτημα των αγνοουμένων. Όπως και η Μ. Καρεφυλλίδου-Ιωάννου, έτσι και η Κλ. Μακρίδου-Robinet, αντλεί δύναμη από τον Θεό και παλεύει για την αποσόβηση της λήθης: «Δώσε, Κύριε, ν’ αντέξουμε / το μαρτύριο του χωρισμού. / Πόσο θα κλαίμε τα παιδιά μας στα πηγάδια; / Πόσο θα ψάχνουμε τους αγνοουμένους…; / Κράτα, Μάνα Γη, / Καθώς απελπισμένη κάθεσαι στον βράχο της υπομονής / κράτα τη μνήμη ζωντανή / να θρέψεις τα παιδιά σου…!».

Παράλληλα, εστιάζει στο ζωτικό ζήτημα της ομόνοιας και την καταστροφικότητα της διχόνοιας: «Τότε συνειδητοποιήσαμε ευθαρσώς, Κυριάκο, / πως το σκότος σκέπαζε τον Τόπο μας / και μόνο όταν η δύναμη της ομόνοιας / υπερνικήσει τη διχόνοια / τότε η Ελευθερία θα είναι με το μέρος μας».

Επιπλέον, σαν να διαλέγεται με την απογοήτευση και τον θυμό της Μ. Καρεφυλλίδου-Ιωάννου, η Κλ. Μακρίδου-Robinet τονίζει:  «Πολεμούσαμε τον εθισμό στη δουλικότητα / κι εκείνα τα μαγειρεμένα ξαναζεσταμένα λόγια […] / Εμείς, Κυριάκο, στηλιτεύσαμε την παρακμή. / Όσο ο λόγος μας αυτός διαβάζεται / τόσο θα υπάρχει αντίσταση στην ισοπέδωση / αυτοπεποίθηση για αξιοπρέπεια / και όραμα μέλλοντος ιστορικού για τον Άνθρωπο».

Την αντίσταση επιβεβαιώνει και η ιστορική έρευνα, από ιδρύματα, θεσμούς και άτομα. Είμαστε «ανάδοχοι μιας Ιστορίας διαχρονικά αντίξοης […]». «Στον Τόπο αυτό τα παιδιά ακόμη ξεψυχούν / με τις φωτογραφίες των πατεράδων τους στα χέρια / αναζητώντας το έλεος της ταυτοποίησης»(Κλ. Μακρίδου-Robinet). Ωστόσο, οι φωτογραφίες λειτουργούν και ως τεκμήρια, για τα ίχνη.

Η φωτογραφία του «γίγαντα» και ένας επίμονος ιχνηλάτης

Γεννημένος το 1963, στο Έξω Μετόχι, της επαρχίας Λευκωσίας, ο Οδυσσέας Χρίστου βίωσε ως παιδί τον εκτοπισμό και βρέθηκε, όπως και πολλά άλλα Κυπριόπουλα, στην Ελλάδα, ως φιλοξενούμενο προσφυγόπουλο. Συνδυάζοντας σπουδές στη Γεωλογία, εξειδίκευση στα γεωγραφικά συστήματα πληροφοριών, βιώματα της εισβολής και αγάπη για την Ιστορία δημιούργησε, στο Facebook, την ομάδα «1974 Μαρτυρίες & Τεκμήρια».

Στις 4 Μαΐου στην ομάδα αναρτήθηκε φωτογραφία με την ένδειξη «Ο Γίγαντας Αιχμάλωτος – Ποιος είναι και ποια η τύχη του;». Η φωτογραφία καταγράφει τρεις άνδρες σε μια στιγμή που αποπνέει την ένταση και την τραγικότητα του πολέμου, μπροστά από μία μαύρη Μερσεντές. Κυρίαρχη είναι η μορφή μεγαλόσωμου αιχμαλώτου, με τα δεμένα μάτια και χέρια και την υποβλητική αξιοπρέπεια, ανάμεσα σε έναν άνδρα ένστολο κι έναν άλλο με πολιτικά. Προσωπικά, με την πρώτη ματιά, είδα στη φωτογραφία ένα αγέρωχο λιοντάρι, σαν τρόπαιο ανάμεσα σε λαθροθήρες. Ορισμένοι αναγνώρισαν στον «γίγαντα» τον Μάκη Σεργίδη από το Καϊμακλί –τότε– 28χρονο έφεδρο καταδρομέα του 211 Τάγματος Πεζικού, ταυτοποίηση στην οποίαν καταλήγει και η ανάλυση του Οδ. Χρίστου. Απαντώντας σε προβληματισμούς, οι οποίοι ηγέρθησαν αναφορικά με τη γνησιότητα της φωτογραφίας, ο ερευνητής επισήμανε πως αφενός η πηγή αναφέρεται αφετέρου η επεξεργασία εντάσσεται στην ευρύτερη μεθοδολογία του. 

«Το θέμα των αγνοουμένων, με αφορμή και τη φωτογραφία που ανέδειξε ο Οδυσσέας Χρίστου, θα συζητηθεί στο Ευρωκοινοβούλιο, όπου θα προσκληθεί και θα μιλήσει και ο ίδιος ο ερευνητής», δήλωσε ο ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης, προσθέτοντας: «Τη μέρα που θα σταματήσουμε να αναζητούμε τους αγνοουμένους μας, θα καταστούμε εμείς αγνοούμενοι της Ιστορίας κι ανάξιοι της πατρίδας μας».

Μνήμη και λόγος, ως οφειλή

Τρία μαγιάτικα γεγονότα, στο νησί που «με ημιπληγία κείτεται στον χάρτη» (Ελ. Γλύκατζη-Αρβελέρ), υπενθύμισαν πως το κεφάλαιο «αγνοούμενοι της Τουρκικής Εισβολής» αποτελεί χαίνον τραύμα. Και όσο τα ερωτήματα αναζητούν απαντήσεις, «μένουμε μ’ ανοιχτές τις πληγές στο σταυρό του ορίζοντα· η Κύπρος καλεί· στους δρόμους του κόσμου [οφείλουμε να] αντηχεί η φωνή μας» (Μ. Πασιαρδής). Οφείλουμε να μιλάμε για τα σπίτια του νησιού μας, που ορφάνεψαν από τους ανθρώπους τους· για τους ανθρώπους, που αιχμαλωτίστηκαν στους υφάλους της Ιστορίας. Βιβλία και μαρτυρίες αποτελούν πολύτιμους «προβολείς μες στην ομίχλη». «Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς» (Μ. Αναγνωστάκης). Ανθ’ ημών η λήθη.

* Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.