Αν οι φιλόσοφοι συμφωνούσαν σε κάτι μεταξύ τους, θα ήταν ότι σκοπός της ζωής είναι η ευδαιμονία. Αυτό εξάλλου θα έβρισκε σύμφωνους τους περισσότερους ανθρώπους. Στο ερώτημα «τι είναι ευδαιμονία» ωστόσο θα λαμβάναμε διαφορετικές απαντήσεις. Είναι ο πλούτος, η ηδονή, οι τιμές, η υγεία; Με αυτά τα ζητήματα ο Αριστοτέλης ξεκινάει την αναζήτηση της ηθικής, αναλύοντας τον ανθρώπινο χαρακτήρα, τις πράξεις και τους σκοπούς αυτών στα Ηθικά Νικομάχεια, ένα από τα πιο σχολιασμένα έργα του. Αναμφίβολα, τα ανθρώπινα πάθη είναι πολλά (φόβος, θάρρος, φθόνος και χαρά, αγάπη και μίσος, πόθος και ζήλος) και ακολουθούνται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, αλλά αυτά αποτελούν  το κριτήριο του χαρακτήρα μας; Μπορεί να μας κρίνει κάποιος από αυτά;
«Πάθη δεν είναι ούτε οι αρετές ούτε οι κακίες μας, καθώς δεν θεωρούμαστε σπουδαίοι ή φαύλοι ανάλογα με τα πάθη μας αλλά σύμφωνα με τις αρετές και τις κακίες μας. Ούτε επαινούμαστε ή κατακρινόμαστε λόγω των παθών μας (διότι δεν επαινείται αυτός που φοβάται ούτε όποιος οργίζεται, ούτε κατακρίνεται κάποιος επειδή οργίστηκε, αλλά εξαιτίας του τρόπου που οργίστηκε), επαινούμαστε και κατακρινόμαστε για τις αρετές και τις κακίες μας. Περισσότερο όμως οργιζόμαστε και φοβόμαστε χωρίς να το θέλουμε (ἀπροαιρέτως), οι αρετές είναι κάποιο είδος προαιρέσεων, ή τουλάχιστον δεν γίνονται χωρίς την προαίρεσή μας». Ηθικά Νικομάχεια Β, 1105b29 -1106a4
Η έννοια της προαιρέσεως είναι κεντρική στην Αριστοτελική Ηθική καθώς όχι μόνο συνδέεται μαζί της, αλλά «αποτελεί καλύτερο κριτήριο για τον χαρακτήρα από τις πράξεις μας» (Γ, 2). Το να πράττουμε χάρη στην προαίρεση δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πράττουμε κάτι εκούσια, δηλαδή απλώς επειδή το επιθυμούμε. Κάτι τέτοιο αποδίδεται ακόμη και στα μικρά παιδιά και τα ζώα, που δεν έχουν προαίρεση. Για παράδειγμα ο ακρατής άνθρωπος πράττει λόγω επιθυμίας, ενώ ο εγκρατής από προαίρεση, όχι από επιθυμία, ούτε από βούληση: «Η επιθυμία συνδέεται με το ευχάριστο και το λυπηρό, η προαίρεση όμως δεν σχετίζεται ούτε με το λυπηρό ούτε με το ευχάριστο. […] Αλλά ούτε βούληση είναι βέβαια η προαίρεση, αν και φαίνεται να βρίσκεται κοντά. Η προαίρεση δεν μπορεί να ανήκει στα αδύνατα, και αν κάποιος ισχυριστεί ότι ανήκει στα αδύνατα, θα θεωρηθεί ότι είναι ηλίθιος (δοκοίη ἂν ἠλίθιος εἶναι). Βούληση όμως έχουμε και για τα αδύνατα, όπως για την αθανασία. Η βούληση έχει σχέση και με πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, όπως για παράδειγμα να κερδίσει τη νίκη κάποιος ηθοποιός ή ένας αθλητής. Κανένας όμως δεν έχει προαίρεση για τέτοια πράγματα, αλλά μόνο για όσα νομίζει ότι μπορούν να γίνουν από τον ίδιο». 1111b17-26
Η διαφορά βούλησης και προαιρέσεως έγκειται στην αφετηρία τους: Η βούληση συνδέεται πιο πολύ με τον σκοπό ενώ η προαίρεση με τα μέσα για να τον επιτύχουμε. Για παράδειγμα θέλουμε να είμαστε υγιείς, και εξαρτάται από την προαίρεσή μας να καθορίσουμε τα μέσα για αυτό τον σκοπό. Η προαίρεση είναι στο χέρι μας: «Γενικά η προαίρεση φαίνεται να σχετίζεται με πράγματα που εξαρτώνται από εμάς». (ὅλως γὰρ ἔοικεν ἡ προαίρεσις περὶ τὰ ἐφ᾽ ἡμῖν εἶναι.) 1111b30-31
Μπορούμε να λάβουμε αποφάσεις για όλα τα πράγματα και να τις πραγματοποιήσουμε σύμφωνα με την προαίρεση; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Πολλά πράγματα δεν εξαρτώνται από την προαίρεση, όπως οι επιστημονικές θεωρίες και τα μαθηματικά. Επίσης, δεν επιλέγουμε το τυχαίο. Τέλος, δεν αποφασίζουμε για τους άλλους (π.χ. οι Λακεδαιμόνιοι για το πολίτευμα των Σκυθών).
«Ο άνθρωπος είναι η αρχή των πράξεών του», εκείνων που ανήκουν στις δυνατότητές του. Η ζωή είναι γεμάτη επιλογές, εύκολες ή δύσκολες. Η επιλογή όμως είναι πάντα εκεί. Είναι αυτή που θα καθορίσει τον χαρακτήρα και τη ζωή μας.
 
*Η δρ Έλσα Νικολαΐδου διδάσκει Φιλοσοφία στο Med High.