Τα φαρμακευτικά προϊόντα κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες, αναλόγως του τρόπου που μπορούν να διατεθούν στους ασθενείς: τα συνταγογραφούμενα και τα μη συνταγογραφούμενα (γνωστά με το αγγλικό ακρωνύμιο: OTC). Όπως λέει και η ίδια η λέξη, τα συνταγογραφούμενα φαρμακευτικά προϊόντα είναι προϊόντα όπου για να μπορέσει ο φαρμακοποιός να τα προμηθεύσει στον ασθενή, θα πρέπει απαραίτητα να υπάρχει ιατρική συνταγή. Αντίστοιχα, τα μη συνταγογραφούμενα (ΟTC) φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να τα προμηθευτεί ο ασθενής και χωρίς ιατρική συνταγή. 

Οι Αρμόδιες Αρχές Φαρμάκων κάθε χώρας είναι υπεύθυνες για την εν λόγω κατάταξη. Συνήθως η κατάταξή τους γίνεται αναλόγως με τη θεραπευτική τους κατηγορία, τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες αλλά και το προφίλ ασφαλείας που έχει το κάθε φαρμακευτικό σκεύασμα (π.χ. φαρμακευτικά προϊόντα όπου η χρήση τους χρειάζεται ιατρική παρακολούθηση ή ενδείκνυνται για σοβαρές ασθένειες ή μπορεί οι ασθενείς να αποκτήσουν εξάρτηση κ.τλ.). Έτσι λοιπόν, σε κάθε χώρα, αναλόγως με τους κανονισμούς και τις νομοθεσίες που υπάρχουν, η κατάταξη σε συνταγογραφούμενα και μη συνταγογραφούμενα φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να διαφέρει. Η κάθε χώρα δημοσιεύει τους δικούς της καταλόγους με τις σχετικές κατηγορίες των φαρμακευτικών προϊόντων. Αντίστοιχη κατάταξη έχει και η Κύπρος. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθούν μέσω οδηγιών/κανονισμών να εναρμονίσουν την κατάταξη των φαρμακευτικών προϊόντων σε συνταγογραφούμενα και μη συνταγογραφούμενα σε όλη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντούτοις μέχρι και σήμερα υπάρχει πιθανότητα ένα φαρμακευτικό προϊόν το οποίο κατατάσσεται σε ένα κράτος-μέλος ως συνταγογραφούμενο, σε ένα άλλο κράτος-μέλος να κατατάσσεται ως μη συνταγογραφούμενο.  

Ένα άλλο σημείο το οποίο πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι με βάση την άνωθεν κατάταξή τους, η εθνική φαρμακευτική νομοθεσία ορίζει και το πως πρέπει να γίνεται η ενημέρωση των ασθενών όσο αφορά θέματα που αφορούν την δοσολογία κ.τλ., στην περίπτωση που οι ασθενείς έχουν ερωτήσεις/απορίες. Για τα συνταγογραφούμενα φαρμακευτικά προϊόντα, οι Κάτοχοι Άδειας Κυκλοφορίας (φαρμακευτικές εταιρείες) θα πρέπει να παροτρύνουν τους ασθενείς όπως επικοινωνούν με τον θεράποντα ιατρό ή τον φαρμακοποιό τους (όντας αυτοί που γνωρίζουν καλύτερα το ιατρικό ιστορικό τους). Αντιθέτως, για τα μη συνταγογραφούμενα φαρμακευτικά προΐόντα, οι Κάτοχοι Άδειας Κυκλοφορίας μπορούν να δώσουν τις σχετικές πληροφορίες απευθείας στον καταναλωτή. Νοείται ότι και σε αυτή την περίπτωση ο ασθενής μπορεί να ενημερωθεί και απευθείας από τον θεράποντα ιατρό ή τον φαρμακοποιό του. 

Εν κατακλείδι, αυτό που έχει όμως σημασία, είτε το φαρμακευτικό προϊόν είναι συνταγογραφούμενο είτε μη συνταγογραφούμενο, είναι η χρήση του πάντα να γίνεται με βάση τις οδηγίες στο φύλλο οδηγιών του κάθε προϊόντος, αλλά και τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού ή του φαρμακοποιού, έτσι ώστε να υπάρχει θεραπευτική αποτελεσματικότητα αλλά και να αποφευχθούν στο μέτρο του δυνατού τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες.

*Αναπληρωτής Υπεύθυνο Πρόσωπο Φαρμακοεπαγρύπνησης (Deputy QPPV) 

Remedica Ltd.