Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας είναι αδιαμφισβήτητα η ραγδαία αύξηση των αιτητών ασύλου. Η γεωγραφική μας θέση σε συνδυασμό με τη στάση της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια, έχουν οξύνει το πρόβλημα. Οι αριθμοί αυξάνονται δραματικά και υπάρχει επιτακτική ανάγκη για σοβαρή αντιμετώπιση του ζητήματος. Δυστυχώς, για ακόμα μια φορά, οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης αντί να συνασπιστούν με την κυβέρνηση για να υποστηρίξουν την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος, εργαλειοποιούν το ζήτημα νομίζοντας πως έτσι θα κερδίσουν την κοινή γνώμη. Η συζήτηση για το μεταναστευτικό γίνεται σε μια τελείως λανθασμένη βάση. Στο παρόν κείμενο θα παρουσιάσω τις πολιτικές αγκυλώσεις που δέχτηκε το ζήτημα αλλά και ποια είναι η πραγματική διάστασή του.
Πρέπει πρώτα να επεξηγηθεί η διαφορά μεταξύ των μεταναστών που φτάνουν με νόμιμο τρόπο στην Κύπρο και αυτών που εισέρχονται στο νησί παράνομα. Οι νόμιμοι μετανάστες εισέρχονται στη Δημοκρατία μέσω των αεροδρομίων μας και συνήθως πριν φτάσουν στην Κύπρο έχουν ήδη εξασφαλίσει θέση εργασίας. Η αίτηση τους εξετάζεται άμεσα και αν τηρούν όλα τα κριτήρια τους εκδίδεται άδεια παραμονής για να εργαστούν. Η έλευση των ανθρώπων αυτών δεν αποτελεί πρόβλημα, καθώς φτάνουν ελεγχόμενα και η αίτηση παραμονής τους εγκρίνεται νοουμένου ότι τους χρειάζεται η κυπριακή οικονομία.
Αντίθετα, οι παράνομοι μετανάστες εισέρχονται είτε περνώντας τη νεκρή ζώνη είτε φτάνοντας με πλοιάριο. Τα άτομα αυτά συνήθως αιτούνται αμέσως πολιτικό άσυλο, καθώς υποστηρίζουν πως έρχονται από εμπόλεμη ζώνη. Μέσα στα άτομα αυτά υπάρχουν όντως πρόσφυγες από τη Συρία. Ωστόσο, πέραν των Σύρων προσφύγων που προσπαθούν να σωθούν από τον όλεθρο του πολέμου, στο νησί μας φτάνουν ως επί το πλείστον άτομα από την Ινδία, το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, το Καμερούν. Σε καμιά από τις αυτές δεν μαίνεται κάποια γενικευμένη πολεμική σύρραξη. Αν και δεν υπάρχει πόλεμος, το βιοτικό επίπεδο στις χώρες αυτές βρίσκεται πάρα πολύ χαμηλά. Εδώ όμως πρέπει να γίνει μια σκληρή παραδοχή: δεν μπορούν οι Κύπριοι να επωμιστούν ένα δυσβάσταχτο βάρος και να δεχτούν εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από τις χώρες αυτές. Η πείνα και η εξαθλίωση αποτελούν παγκόσμια προβλήματα που προφανώς αν μπορούσαμε θα κάναμε το παν για να διορθώσουμε. Όμως, οι δυσμενείς καταστάσεις που ζει ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού δεν είναι αποτέλεσμα των δικών μας πράξεων, δεν μπορεί λοιπόν όλο αυτό το βάρος να βρεθεί στους δικούς μας ώμους.
Πέραν από τους μετανάστες που εισέρχονται παράνομα, υπάρχουν και διάφορα κυκλώματα που εκμεταλλευόμενα το σύστημα, φέρνουν κατά χιλιάδες «εικονικούς φοιτητές» ή στήνουν ψεύτικους γάμους. Οι εικονικοί φοιτητές εισέρχονται κανονικά στη Δημοκρατία καθώς έχουν ήδη πληρώσει ένα μέρος των διδάκτρων που αναλογούν στο πρόγραμμα σπουδών τους. Ωστόσο, αντί να σπουδάζουν, το ίδιο κύκλωμα που τους φέρνει στην Κύπρο, τους ωθεί στην παράνομη εργασία. Κάτι παρόμοιο ισχύει και με τους εικονικούς γάμους. Μεσάζοντες τακτοποιούν γάμους μεταξύ Ευρωπαίων και κατοίκων τρίτων χωρών για να εξασφαλίζουν άδεια παραμονής, χωρίς όμως να περνούν ούτε μια μέρα μαζί. Στη συνέχεια, όταν η άδεια παραμονής τους ολοκληρωθεί είτε κρύβονται στο πλήθος είτε αιτούνται άσυλο. Έτσι ο συνολικός αριθμός των αιτητών ασύλου αυξάνεται συνεχώς. Επίσης, οι ήδη χρονοβόρες διαδικασίες καθυστερούν περισσότερο γιατί μέρος των αιτητών δεν έχουν τα απαιτούμενα έγγραφα.
Βάσει όλων των πιο πάνω το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε ή όχι τον ερχομό των μεταναστών. Το ερώτημα αυτό είναι παραπλανητικό και επικίνδυνο. Τα δύο πολιτικά άκρα στον τόπο μας χρησιμοποιούν το ζήτημα για να πολώσουν τους υποστηρικτές τους. Επομένως, αντί να αναλωνόμαστε σε τεχνητές εντάσεις για χάριν της τηλεθέασης, ας δούμε επιτέλους ποιες είναι οι εφικτές λύσεις.
Αρχικά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι πως οι μεταναστευτικές ροές δεν πρόκειται να τελειώσουν σύντομα. Το καθεστώς Ερντογάν δεν φαίνεται να συνετίζεται καθώς συνεχίζει να αφήνει τους διακινητές να δρουν ανενόχλητοι. Ήδη έχει παρθεί η απόφαση, με τη βοήθεια κατάλληλου εξοπλισμού, να εντατικοποιηθούν οι περιπολίες επί της γραμμής κατάπαυσης του πυρός και της ακτογραμμής. Προφανώς όσο έντονη και αν γίνει η επιτήρηση, πάντα κάποιος διακινητής θα βρίσκει κάποιο τυφλό σημείο για να μεταφέρει τους μετανάστες. Ωστόσο, με την εντατικοποίηση της επιτήρησης το έργο τους θα γίνει κατά πολύ δυσκολότερο.
Όσον αφορά τους «εικονικούς φοιτητές» και τους ψεύτικους γάμους, έχουν επίσης ανακοινωθεί μέτρα. Δεν μπορούμε ως ένα σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος να απαγορεύσουμε σε κατοίκους τρίτων χωρών να φοιτούν ή να παντρεύονται στην Κύπρο. Υπάρχουν δεκάδες ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Κύπρο που δουλεύουν με επαγγελματισμόκαι δεν πρέπει να τσουβαλιάζονται μαζί με τη μικρή μειοψηφία που παρανομεί υποθάλποντας εικονικούς φοιτητές. Ωστόσο αυτό που θα γίνει είναι η επιβολή αυστηρότερου ελέγχου, έτσι ώστε οι παρανομούντες να διώκονται ποινικά. Σημαντική είναι επίσης η απόφαση για αύξηση της αστυνόμευσης σε περιοχές που παρατηρείται αύξηση της εγκληματικότητας. Η Κυπριακή Αστυνομία έχει βασικό ρόλο στην εξάρθρωση των κυκλωμάτων που εκμεταλλεύονται και φέρνουν τους μετανάστες στο νησί.
Ακόμη, έχει ξεκινήσει η επίσπευση των διαδικασιών εξέτασης των αιτήσωεν ασύλου. Επίσης έχει ξεκινήσει η επιστροφή ατόμων στις χώρες προέλευσης τους (δυστυχώς οι περισσότερες εξ αυτών χώρες δεν επιθυμούν να συνεργαστούν). Λόγω των δεσμεύσεων που έχουμε έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Δικαίου, είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε προσεχτικά την κάθε αίτηση ασύλου που καταχωρείται. Πρέπει ορισμένοι να αντιληφθούν πως η Κύπρος δεν πρόκειται επί προεδρίας Νίκου Αναστασιάδη, να μετατραπεί σε ένα κράτος-παραβάτη του διεθνούς δικαίου.
Ναι, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία μας υποχρεώνει σε συγκεκριμένες διαδικασίες κράτησης των αιτητών, δεν έχει βοηθήσει όσο θα θέλαμε. Για αυτό θα συνεχίσουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο να πιέζουμε για αναθεώρηση της στάσης της ΕΕ. Στόχος μας είναι ο σχεδιασμός ενός πανευρωπαϊκού σχεδίου διαχείρισης της μεταναστευτικής κρίσης έτσι ώστε να μην επωμίζονται το βάρος μόνο τα κράτη του Νότου.
Πρέπει να εκλείψουν οι μονοδιάστατες αναγνώσεις του μεταναστευτικού προβλήματος. Οι λαϊκίστικες φανφάρες και η ατέρμονη συνθηματολογία που έχουν περικυκλώσει τη συζήτηση, δεν έχουν επιτρέψει μέχρι σήμερα τη σωστή οριοθέτηση του προβλήματος. Ευτυχώς η κυβέρνηση έχει ανταποκριθεί στην τεράστια πρόκληση που έχει μπροστά της και έχει πάρει αποφασιστικά μέτρα, μακριά πάντα από ρατσιστικές και σοβινιστικές προσεγγίσεις. Ας γίνει αντιληπτό πως το ζήτημα δεν είναι πολιτικό, αλλά αποτελεί ξεκάθαρα ένα ζήτημα νόμου και τάξης.
* Bουλευτής