Είναι πολύ βολικό το ότι το άρθρο της δεκαεξάχρονης μαθήτριας Ιόλης Νικολάου έχει αναχθεί σε θέμα ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Εννοείται ότι κανείς δεν δύναται να της αφαιρέσει ένα δικαίωμα το οποίο έχει ιστορικά κατοχυρωθεί και διασφαλιστεί μέσα από επίπονες κοινωνικο-πολιτικές διαδικασίες. Ανάβοντας την τηλεόραση έπεσα πάνω σε μια μεσημεριανή συζήτηση, όπου η παρουσιάστρια με ύφος τόνισε ότι δεν σχολιάζουμε την άποψή της μαθήτριας, δε λέμε αν ήταν σωστή ή λάθος, αλλά υπερασπιζόμαστε το δικαίωμά της να την εκφράσει. Φίμωσε, με αυτό τον τρόπο και τους δύο καλεσμένους, οι οποίοι δεν άγγιξαν την ουσία του ζητήματος. Ένας εκ των δύο, θεολόγος, παραδέχτηκε χωρίς να ερωτηθεί ότι το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία χρήζει αναδιαμόρφωσης.

Έτσι, ανώδυνα και εκ του ασφαλούς, λοιπόν, δεν παίρνουμε θέση σε ένα καίριο ζήτημα, βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω και αφήνουμε μια «άποψη» να πέσει στο κενό χωρίς να την υπερασπιστούμε ή να την αποδοκιμάσουμε. Είμαστε, όμως, καλοί άνθρωποι γιατί υπερασπιστήκαμε το δικαίωμα της να υπάρξει, προτού πέσει στο κενό και χαθεί στην άβυσσο των νεκρών απόψεων.

Είναι φανερό ότι η άποψη της Ιόλης έχει επιφέρει μια κρίση ταυτότητας στον τόπο μας. Οι σπασμωδικές, δυσανάλογες και καθ’ όλα παράλογες αντιδράσεις-επιθέσεις που ακολούθησαν είναι μια πολύ θετική εξέλιξη. Όχι, δυστυχώς, για την Ιόλη, η οποία προφανώς θα βιώνει πολύ δυσάρεστα συναισθήματα και γι αυτό θα ήθελα να εκφράσω την απόλυτη συμπαράστασή μου, αλλά για αυτό τον δύσμοιρο τόπο, ο οποίος ταλαιπωρείται από τα στενά και δηλητηριασμένα μυαλά της πλειονότητας των ανθρώπων που φιλοξενεί.

Ήταν ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και παρουσιάστηκε η αφορμή. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι έχουν παρερμηνευτεί τα λόγια της μαθήτριας. Ήταν λες και άλλα διάβασαν κάποιοι από αυτά που έγραφε. Ήταν λες και έγραφε ότι δεν υπάρχει Θεός και ότι πρέπει να καταργήσουμε την ελληνορθόδοξη ταυτότητα. Αυτές, είναι προφανώς δύο έννοιες, εκ των προτέρων κλονισμένες, και μάλιστα σοβαρά, αλλιώς δεν εξηγείται αυτή η τοξική αντίδραση τόσων ανθρώπων, οι οποίοι συμπεριφέρθηκαν λες και απειλείτο η υπόστασή τους. Κάτι μου λέει, ότι αν ζούσαμε στην εποχή όπου κάποιοι πάλευαν για το δικαίωμα τους να είναι χριστιανοί και να προσεύχονται σε ένα Θεό πατέρα παντοκράτορα, οι ίδιοι ταγμένοι κατά της Ιόλης θα πάλευαν για τη διατήρηση του παγανισμού και του δωδεκάθεου. Το ζήτημα, δηλαδή, δεν είναι θρησκευτικό, ούτε καν πνευματικό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με αντίσταση στην αλλαγή, με την ασφάλεια που προσφέρει η προσκόλληση στις κυρίαρχες αντιλήψεις. Έχουμε να κάνουμε με την επικόλληση της ταμπέλας του «αιρετικού» σε όποιον τολμά να διαταράξει τα λιμνάζοντα νερά πάνω στα οποία πλέει η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Κι έτσι η Ιόλη, χωρίς να το έχει ποτέ φανταστεί, έχει μετατραπεί σε μια υβριδική φιγούρα ενός από μηχανής Θεού, που έχει εμφανιστεί για να δώσει λύση σε ένα κοινωνικό πρόβλημα, κρατώντας λάβαρο και φορώντας πανοπλία, σαν μια σύγχρονη Ιωάννα της Λωρραίνης, να μάχεται εναντίον ενός κατεστημένου, με κάποιους να την παρουσιάζουν ως θεόπνευστη και άλλους ως δαιμονισμένη.

Στην πραγματικότητα πρόκειται απλά για ένα δεκαεξάχρονο παιδί με εύλογους προβληματισμούς, τους οποίος έχει παραθέσει με σύνεση. Και αυτό το οποίο χρειάζεται τώρα είναι να πούμε πως επιτέλους βρέθηκε κάποιος να τα πει! Ποιος θα διαφωνούσε ότι η προσευχή είναι προσωπική υπόθεση; Ποιος θα διαφωνούσε ότι στο μάθημα των θρησκευτικών γίνεται κατήχηση; Στη συγκεκριμένη εκπομπή, η παρουσιάστρια εξέφρασε την άποψη ότι οι περισσότεροι θεολόγοι έχουν ευρεία προσέγγιση στο μάθημα των θρησκευτικών. Διαφωνώ. Υπάρχει διδαχθείσα ύλη και υπάρχουν διδακτικά εγχειρίδια, τα οποία είναι υποχρεωτικά και δεν αφήνουν περιθώρια για ευρεία προσέγγιση. Ένα πράγμα, το οποίο, μου έχει μείνει στο μυαλό από τότε που το δικό μου παιδί ήταν στην πρώτη ή δεύτερη τάξη του δημοτικού ήταν το κεφάλαιο για τη βάπτιση στο βιβλίο του των θρησκευτικών. Αφού βαπτίστηκε ο μικρός Γιαννάκης, τον καλωσόρισαν στην οικογένεια του Θεού. Που ήταν, δηλαδή, πριν ο μικρός Γιαννάκης; Και ο μικρός Μάο, η μικρή Σουνίτα, ο μικρός Χαλίλ; Σε ποιου την οικογένεια βρίσκονται αυτοί; Τι έγινε το «είμαστε όλοι παιδιά του Θεού»; Ή μήπως δεν είμαστε τελικά; Ή μήπως υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι Θεοί; Ή μήπως υπάρχουν και «έξ’ αποδώ οικογένειες;» Ας λένε, λοιπόν, κάποιοι ότι στο μάθημα των θρησκευτικών, δεν γίνεται κατήχηση.

Ποιος, επίσης, θα διαφωνούσε ότι παραγκωνίζονται πολλά παιδιά από άλλες θρησκείες και άλλες κουλτούρες μέσα στο «ελληνορθόδοξο» σχολείο -το οποίο, παρεμπιπτόντως, διδάσκει και την αποδοχή της διαφορετικότητας, όταν δεν μπορούν να συμμετέχουν στην πρωινή προσευχή και όταν αναγκάζονται να παρακολουθούν «παθητικά», όπως λέει η Ιόλη, το μάθημα των θρησκευτικών; Όχι, λοιπόν, το θέμα είναι πολύ πιο σοβαρό από ένα απλό ζήτημα ελευθερίας της έκφρασης. Το θέμα έχει αγγίξει κόκκινο στη δομή αυτής της κοινωνίας και έχει ξεθάψει βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις, οι οποίες έχουν αρχίσει να σαπίζουν και κινδυνεύουν όσοι τις έχουν για θεμέλιους λίθους της ταυτότητας τους, να πέσουν στο κενό. Όχι στο ίδιο κενό με τις χαμένες νεκρές απόψεις. Γιατί εκείνο το κενό έχει μετατραπεί σε γόνιμο έδαφος, όπου οι σπόροι έχουν φυτρώσει κι έχουν γίνει πανύψηλα καρποφόρα δέντρα απ’ όπου κανείς, άμα το θελήσει, μπορεί να απλώσει το χέρι του και να πάρει. Μιλάμε για ένα κενό που μοιάζει με ανυπαρξία. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι. Αν αφεθούν κάποιοι να πέσουν, θα δουν να σηκώνεται από το κεφάλι τους το πέπλο του σκοταδισμού και θα βρεθούν στο φως. «Θέλει», όμως, «αρετήν και τόλμην ή ελευθερία»! Την «αρετήν και τόλμην» που διαθέτει η Ιόλη!