Κάθε φορά που κάτι πάει στραβά με τον τουρισμό, όπως συμβαίνει και τώρα λόγω του κορωνοϊού, ακούμε διάφορους αρμόδιους να τονίζουν την αναγκαιότητα διαφοροποίησης του τουριστικού μας προϊόντος, της απεξάρτησης του από τις δύο αγορές που μονοπωλούν το τουριστικό μας ρεύμα εδώ και χρόνια (Αγγλικής και Ρωσικής), της επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου αλλά και διάφορες άλλες ευφάνταστες ιδέες λες και κρατάνε το μαγικό ραβδί και θα διορθώσουν τις διαχρονικές μας αδυναμίες εν μια νυκτί.

Όλα αυτά χαϊδεύουν ωραία τα αφτιά του απλού πολίτη αλλά μέχρι τώρα παίρνουμε άριστα στη θεωρία και απροβίβαστο στην πρακτική. Η πρόσφατη δε, άνευ προηγουμένου κρίση, ξεσκέπασε τη γύμνια μας και το λανθασμένο τουριστικό μας μοντέλο. Πολλοί είναι αυτοί που λένε ότι φανήκαμε άτυχοι αφού οι χώρες από τις οποίες αντλούμε το μεγαλύτερο μέρος του τουρισμού μας έχουν πολύ άσχημη επιδημιολογική εικόνα. Δεν θα συμφωνήσω με αυτό. Εγώ θα έλεγα ότι απλά πληρώνουμε τα επαναλαμβανόμενα λάθη μας. «Ό,τι σπείρεις θα θερίσεις», έλεγαν παλιά και οι παππούδες μας. 

Πραγματικά διερωτώμαι όταν βλέπω διάφορους ειδήμονες και μη, να παρελαύνουν στα κανάλια και να μας λένε ότι φέτος θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε νέες αγορές. Σοβαρολογούν αυτοί οι άνθρωποι; Όταν στους καλούς καιρούς δεν καταφέραμε να εισχωρήσουμε σε νέες αγορές, θα τα καταφέρουμε τώρα που ο κόσμος φοβάται να ταξιδέψει; Είναι αφέλεια να πιστεύουμε ότι η καλή επιδημιολογική μας εικόνα θα μας φέρει από μόνη της τουρισμό από χώρες που δεν γνωρίζουν καν ότι η Κύπρος ευρίσκεται στον τουριστικό χάρτη. Και αν φέρουμε λίγο περισσότερους Ελβετούς ή Αυστριακούς φέτος τι έγινε; Ούτε θα σώσουν την κατάσταση αλλά το κυριότερο αν δεν έχουμε το τουριστικό προϊόν που θα τους ικανοποιήσει, του χρόνου πάλι θα τους γυρεύουμε.

Ο τουρισμός για το νησί μας είναι και θα συνεχίσει να είναι υψίστης σημασίας. Προσέχουμε όμως τον τουρισμό μας όσο θα έπρεπε; Εκτός από πολυέξοδα στρατηγικά σχέδια που ουδέποτε εφαρμόζονται και τα οποία συχνά αγνοούν παραμέτρους βασικής στρατηγικής, θέτοντας εκατοντάδες στόχους ή θεωρώντας ότι το προϊόν μας αρμόζει σε όλους και για όλα, τι κάναμε για τον σημαντικότερο αιμοδότη της οικονομίας μας τα τελευταία χρόνια; Στην ουσία το μόνο που κάναμε ήταν να δώσουμε κίνητρα για την ανεξέλεγκτη αύξηση των ξενοδοχειακών κλινών, χωρίς καν μια σοβαρή μελέτη για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις ή για τον κορεσμό των παραλιών μας ή ακόμη για την ποιότητα των υπηρεσιών μας.

Ας κάνουμε λοιπόν μια σύντομη ανασκόπηση του τι έχουμε, τι θέλουμε και πώς μπορούμε να το πετύχουμε. 

Σε αυτό, το άρθρο θα ασχοληθούμε με το φλέγον ζήτημα της διαφοροποίησης των αγορών-πηγών τουρισμού. Κατοπινά θα ακολουθήσουν άρθρα για τον ποιοτικό τουρισμό, τον εναλλακτικό τουρισμό, την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και για την πολυπόθητη τουριστική ταυτότητα. 

Αυτή τη στιγμή, το νησί μας προσελκύει το 60% του τουρισμού του από τρεις μόνο αγορές. Αυτές του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ρωσίας και του Ισραήλ. Αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. 

Κατ’ αρχάς ας δούμε ποιούς παράγοντες πρέπει να λάβουμε υπόψη για τη ταξινόμηση νέων αγορών. Κατά τη γνώμη μου οι ακόλουθοι παράγοντες είναι οι σημαντικότεροι:

Γεωγραφική θέση (ιδανικά η απόσταση πρέπει να είναι κάτω των 4 ωρών πτήσης)

Μέγεθος αγοράς (σε πληθυσμό αλλά και ταξίδια των κατοίκων)

Βιοτικό επίπεδο και οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών

Αριθμός τουριστών που επισκέπτονται ανταγωνιστικούς προορισμούς 

 

Εποχικότητα

Από τα πιο πάνω είναι εύκολο να συμπεράνουμε ότι οι τρεις πιο μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία) έχουν τεράστιες δυνατότητες για εμάς και η διείσδυση μας σε αυτές είναι προς το παρόν μηδαμινή. Υπάρχουν επίσης χώρες όπως η Ελβετία, η Αυστρία, η Ολλανδία, οι Σκανδιναβικές χώρες, αλλά και οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία κ.λπ.,) που έχουν και αυτές πολλά περιθώρια αύξησης. Μεγάλες δυνατότητες έχει και η Ελλάδα από την οποία για κάποιο λόγο ουδέποτε καταφέραμε να αντλήσουμε πραγματικό τουρισμό. Από τις μακρινές χώρες (Κίνα, Αυστραλία, Κορέα, Αμερική) πιστεύω ότι είναι δύσκολο να προσελκύσουμε τουρισμό, διότι απλούστατα δεν έχουμε κάτι το ιδιαίτερο να τους προσφέρουμε. Μόνο σε συνδυασμό με άλλες γειτονικές χώρες θα μπορούσαμε να πετύχουμε κάτι, αλλά και πάλι οι αριθμοί θα είναι περιορισμένοι και η διάρκεια της διαμονής πολύ σύντομη.    

Είναι γεγονός ότι στη Γερμανία και στη Γαλλία κάναμε τεράστιες προσπάθειες τα τελευταία χρόνια αλλά αποτύχαμε παταγωδώς, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος τους, ενώ την Ιταλία πάντοτε την υποτιμούσαμε αγνοώντας ότι πάνω από δύο εκατομμύρια Ιταλοί επισκέπτονται την Ισπανία κάθε χρόνο, ενώ πάνω από ένα εκατομμύριο επισκέπτεται την Ελλάδα. Μόνο η Κρήτη καλωσορίζει τουλάχιστο δεκαπλάσιο αριθμό Ιταλών από ό,τι η Κύπρος, ενώ σχεδόν ένα εκατομμύριο Ιταλοί επισκέπτονται την Ερυθρά Θάλασσα τον χειμώνα σε απάντηση αυτών που προβάλλουν τη εποχικότητα της αγοράς ως μειονέκτημα.

Ποιοί λοιπόν είναι οι λόγοι που μας εμπόδισαν να αντλήσουμε τουρισμό από αυτές τις αγορές και τι πρέπει να κάνουμε; 

Για να πετύχουμε το άνοιγμα νέων αγορών χρειαζόμαστε κατά την άποψη μου να εργαστούμε πάνω σε τέσσερις βασικούς πυλώνες:

Δημιουργία προϊόντος κατάλληλου για τις αγορές που θα στοχεύσουμε

Αναγνωρισιμότητα προϊόντος (brand awareness)

 Όροι και τιμολογιακή πολιτική των ξενοδόχων στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες των αγορών αυτών

Όσο καλύτερη αεροπορική συνδεσιμότητα γίνεται 

Για να έχουμε αποτελέσματα όμως αυτή τη φορά θα πρέπει να αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ορίσουμε ένα ορίζοντα πέντε χρόνων διότι οι νέες αγορές δεν ανοίγουν από τη μια μέρα στην άλλη, και είναι αναγκαίο να επιδείξουμε επιμονή, υπομονή και αξιοπιστία. Κάτι που μας έλειπε στις προηγούμενες προσπάθειες μας. Πρέπει επίσης να ενεργοποιήσουμε ταυτόχρονα και τους τέσσερις πυλώνες. Αν αγνοήσουμε ένα από αυτούς και δεν συντονιστούμε θα χάσουμε και πάλι το παιχνίδι.  

Κάτι άλλο εξαιρετικά σημαντικό (ίσως το σημαντικότερο) είναι η αλλαγή αντιμετώπισης των νέων αγορών από τα ξενοδοχεία. Μέχρι τώρα η συμπεριφορά των περισσοτέρων ξενοδόχων ήταν, για να το πω ευγενικά, ευκαιριακή και αλαζονική. Λυπάμαι που το λέω αυτό αλλά οι ξενοδόχοι μας δεν έδειξαν ότι επιθυμούν να επενδύσουν σε νέες αγορές. Είναι βέβαιο ότι αρχικά οι τιμολογιακοί όροι από τις ήδη καθιερωμένες αγορές θα είναι καλύτεροι και η προσέλκυση τουριστών πιο εύκολη. Πρέπει όμως να σταματήσουν να βλέπουν το άμεσο όφελος και να επενδύσουν για το μέλλον ανταποκρινόμενοι στις ανάγκες αυτών των αγορών. Η κάθε αγορά έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Είναι λάθος να δίνουμε στους Γάλλους τις ίδιες τιμές και τις ίδιες περιόδους που δίνουμε στους Άγγλους. 

Ένα άλλο θεματάκι είναι ότι το νησί μας δυστυχώς δεν είναι το πρώτο που έρχεται στο μυαλό του Γερμανού, Αυστριακού ή  Βέλγου πολίτη που επιθυμεί να πάει διακοπές. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι είμαστε πολύ κάτω στη λίστα των τουριστικών προορισμών σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης. Εδώ χρειάζεται πάρα πολλή και επίμονη δουλειά από όλους όσους ασχολούνται με τον τουρισμό. Η επένδυση στην κλασική διαφήμιση δεν μπορεί να αποφευχθεί, αλλά υπάρχουν και πολλοί νέοι ευφάνταστοι τρόποι προώθησης, τους οποίους δυστυχώς δεν χρησιμοποιούμε (bloggers για παράδειγμα). Πρέπει επιτέλους να ξυπνήσουμε. Είμαστε ακόμη έτη φωτός πίσω σε θέματα ενημέρωσης και προώθησης του προορισμού μας. Κυρίως όμως δεν έχουμε αναγνωρίσιμο branding καθώς δεν έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε μία τουριστική ταυτότητα. Πώς να το πετύχουμε όμως όταν επικρατεί το πολεοδομικό χάος, με το σύστημα να βασίζεται στον κοντόφθαλμο θεσμό των παρεκκλίσεων και των παρανομιών, όπου επικρατεί η καθαρά κυπριακή κουλτούρα ότι όλα επιτρέπονται και λειτουργούν είτε έχουν άδεια είτε όχι.

Άφησα τελευταία την αεροπορική συνδεσιμότητα αν και είναι και αυτή εξαιρετικά σημαντική. Πιστεύω όμως ότι σ’ αυτόν τον τομέα τα πάμε κάπως καλύτερα και αν καταφέρουμε να δημιουργήσουμε την απαιτούμενη ζήτηση, δεν θα είναι δύσκολο να αυξήσουμε και τις πτήσεις από τις χώρες που θα στοχεύσουμε. Αν από τη άλλη δεν υπάρχει ζήτηση, όσα κίνητρα και να δώσουμε στις αερογραμμές, τα δρομολόγια κάποια στιγμή θα ακυρωθούν.

Καταλήγοντας, θα έλεγα ότι η διαφοροποίηση των αγορών για τον Κυπριακό τουρισμό είναι μονόδρομος αλλά χρειάζεται επίμονη προσπάθεια για να το πετύχουμε. Χρειάζεται προγραμματισμός και υπομονή από όλους μας, αλλά και συντονισμός. Ο συντονισμός δε, θα είναι το κλειδί της επιτυχίας. Έφτασε η στιγμή, το υφυπουργείο Τουρισμού να μας αποδείξει ότι όντως είναι κάτι διαφορετικό από τον Κ.Ο.Τ.!    

 

Απέτυχε η απεξάρτηση

Εδώ και πολλά χρόνια γίνονται προσπάθειες για απεξάρτηση από τις αγορές της Αγγλίας και Ρωσίας, αλλά δυστυχώς χωρίς κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ας αναλύσουμε λοιπόν τους λόγους που μας εμποδίζουν να διεισδύσουμε σε άλλες αγορές και ας δούμε αν υπάρχουν τρόποι να διορθώσουμε την κατάσταση αυτή. Πρωτίστως πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν είναι τυχαία που έχουμε τόσο καλά αποτελέσματα από τις τρεις προαναφερθέντες αγορές. Οι λόγοι είναι γνωστοί. Οι Άγγλοι μας προτιμούν λόγω της αποικιοκρατίας, της γλώσσας, της κυπριακής παροικίας, ακόμη και γιατί οδηγούμε στην ίδια πλευρά του δρόμου, ενώ έχουμε δημιουργήσει ένα προϊόν που συνάδει με την κουλτούρα και τις προτιμήσεις τους. Οι Ρώσοι έρχονται λόγω γεωγραφικής θέσης, θρησκείας (μερικοί) άλλα και λόγω του ότι πάρα πολλοί πολίτες της χώρας αυτής έχουν πολιτογραφηθεί στη χώρα μας και εργάζονται στην τουριστική μας βιομηχανία. Οι Ισραηλίτες κατά κύριο λόγο έρχονται λόγω γειτνίασης με το νησί μας και λόγω κακών σχέσεων με την άλλη γειτονική τους χώρα, που είναι η Τουρκία. Με άλλα λόγια, μάλλον αυτοί μας διάλεξαν παρά το αντίθετο και δεν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να τους προσελκύσουμε. 

 

ΝΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΡΟΪΟΝ
Σημαντικότατο είναι να δουλέψουμε πάνω στο τουριστικό μας προϊόν. Δεν θα κατεδαφίσουμε και θα ξανακτίσουμε την Κύπρο, αλλά χρειάζεται να δουλέψουμε πάνω σ’ αυτά που έχουμε και να τα φέρουμε μέχρι ένα σημείο στα μέτρα των αγορών που θα στοχεύσουμε. Μενού, φαγητά, γλώσσα, ξεναγοί, εστιατόρια, κέντρα αναψυχής κ.α. πρέπει να δίδουν την εντύπωση ότι καλωσορίζουν και επισκέπτες από άλλες χώρες εκτός από Άγγλους και Ρώσους. Το ίδιο και τα ξενοδοχεία. Χρειάζονται προσωπικό και από τις χώρες αυτές αλλά και ντόπιους. Χωρίς το κατάλληλο προϊόν δεν μπορούμε να φθάσουμε πουθενά.

* Επίτιμος Πρόεδρος Συνδέσμου Ταξιδιωτικών Πρακτόρων Κύπρου (ACTA)