Τις τελευταίες μέρες επανήλθε στην επικαιρότητα το σοβαρό, διαχρονικό πλέον, πρόβλημα υποβάθμισης της ποιότητας του αέρα στην Ενορίας Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Δάλι από τη λειτουργία μονάδων παρασκευής ασφάλτου, με αφορμή το θάνατο ακόμη τριών γυναικών (μητέρων) από καρκίνο μέσα σε μία βδομάδα. Μάλιστα τα τελευταία δημοσιεύματα και σχετικά ρεπορτάζ κάνουν λόγο για αναμενόμενη παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας  και οι κάτοικοι εναποθέτουν πλέον τις ελπίδες τους σε αυτόν…Παράλληλα πιστώνονται θετικά οι πρωτοβουλίες και οι ενέργειες του Υπουργού Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος για εξομάλυνση του προβλήματος…Παρόλα αυτά μέχρι σήμερα οι μονάδες είναι ακόμα εκεί απρόσκοπτες … Καταρχάς, ευελπιστώ ότι θα υπάρξει αποτελεσματική παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ούτως ώστε να σταματήσουν άμεσα να λειτουργούν οι μονάδες στην οικιστική αυτή περιοχή, που εκθέτει συστηματικά τον πληθυσμό των περίπου 6000 κατοίκων, ανάμεσα σε αυτά και περίπου 600 παιδιά των τοπικών σχολείων, σε επισφαλείς συνθήκες για την υγεία. Όπως έγκυρες μελέτες  επιβεβαιώνουν η τρωτότητα των παιδιών σε έκθεση τους σε κακής ποιότητας αέρα είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν ενός/μιας ενήλικα και αναμένεται σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής τους να εμφανίσουν διάφορα νοσήματα – πνευμονολογικά, καρδιολογικά κ.α.

Στις διάφορες αναφορές του προβλήματος που είδαν το φως της δημοσιότητας, ένας λόγος που αναδύεται ως κύριος για την μη άμεση δράση είναι το γεγονός ότι οι μέχρι στιγμής μετρήσεις του καθ’ ύλιν αρμοδίου κυβερνητικού Τμήματος, όπως προνοείται από τη νομοθεσία,  δεν καταδεικνύουν επιβάρυνση της ποιότητας του αέρα – μάλιστα διαφαίνεται, μέσα από τις αναφορές, να είναι και καλύτερη συγκριτικά με άλλες περιοχές στην Κύπρο! Τονίζεται ότι η εν λόγω Ενορία βρίσκεται ανάμεσα σε 5 βιομηχανικές ζώνες εκ των οποίων οι 2 είναι οχληρές βιομηχανικές ζώνες (Τσερίου και Γερίου) και η τρίτη βιομηχανική ζώνη (Ιδαλίου) εν μέρει οχληρά.

Εδώ είναι εξαιρετικά σημαντικό να διασαφηνίσουμε κάποια σημεία για να αναδειχθεί η πραγματική διάσταση του προβλήματος.

Οι μονάδες παραγωγής ασφάλτου αποτελούν πηγές κάποιων ειδικών και επικίνδυνων εκπομπών αερίων αποβλήτων που δεν αναμένεται ΠΟΤΕ να συναντήσει κανείς υπό κανονικές συνθήκες μέσα, ή κοντά, σε μια οικιστική περιοχή ή σε ένα αστικό περιβάλλον, και για αυτό το λόγο ακριβώς  η ευρωπαϊκή νομοθεσία ρυθμίζει για τους σκοπούς διασφάλισης της δημόσιας υγείας (με τον καθορισμό συγκεκριμένων ορίων συγκεντρώσεων) τους ρύπους που αναμένεται να προκύψουν από τις αναμενόμενες κανονικές αστικές δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Γι’ αυτό οι μετρήσεις  που γίνονται από το καθ’ ύλιν αρμόδιο κυβερνητικό Τμήμα για αυτόν τον σκοπό σε όλη την επικράτεια της Κύπρου, δηλ. σε αιωρούμενα σωματίδια, μονοξείδιο του άνθρακα, οξείδια του αζώτου, όζον, ΔΕΝ μπορούν να αποτελέσουν δείκτες της επιβάρυνσης της ποιότητας του αέρα στην εν λόγω περιοχή από τέτοιες μονάδες παρασκευής ασφάλτου.

Οι ειδικές λοιπόν αυτές εκπομπές των μονάδων παρασκευής ασφάλτου αφορούν τους λεγόμενους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, για τους οποίους έχουμε ισχυρές ενδείξεις από επιδημιολογικές μελέτες ότι είναι καρκινογόνοι. Σε αυτό το σημείο, είναι επίσης σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι στην περίπτωση των επιπτώσεων σε πραγματικές συνθήκες σε ένα περιβάλλον, είναι εξαιρετικά δύσκολο,  συχνά σχεδόν αδύνατο, να αποδείξει κανείς  την αιτιοκρατική σχέση με την αυστηρή επιστημολογική έννοια, μεταξύ ρύπων και επιπτώσεων ή ασθενειών, λόγω της συνεχούς φυσικής μεταβλητότητας που επικρατεί στις πραγματικές συνθήκες (σε αντίθεση με τις αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες ενός ερευνητικού εργαστηρίου). Γι’ αυτό και ο όρος «ισχυρές ενδείξεις» χρησιμοποιείται πολύ πιο συχνά σε τεχνικά εγχειρίδια έναντι μιας ενδεχόμενης χρήσης του όρου «αποδεδειγμένα», με την έννοια της μαθηματικής απόδειξης,  που  σπανιότερα συναντά κανείς.  Kαι αυτό, επειδή οι πραγματικές συνθήκες περιλαμβάνουν την εν γένει φυσική μεταβλητότητα, την παράλληλη τεχνολογική εξέλιξη  και κατ’ επέκταση την αβεβαιότητα που περιέχεται στην ανάλυση τέτοιων προβλημάτων κάτω από πραγματικές συνθήκες.

Ίσως κατά τη χρονική στιγμή της αδειοδότησης αυτών των μονάδων παρασκευής ασφάλτου (όσων φυσικά από αυτές έχουν άδεια, διότι όπως διαφαίνεται δεν έχουν όλες παρά την απρόσκοπτη λειτουργία τους για χρόνια!) να μην ήταν αναγκαία, βάσει νόμου, μία  Μελέτη Εκτίμησης Επιπτώσεων στο Περιβάλλον (ΜΕΕΠ) και μη εναρμόνισης μέχρι τότε με τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Όμως.., οι επιπτώσεις στο περιβάλλον, ανθρώπινο και φυσικό, από την εώς σήμερα λειτουργία τους, συνεχίζουν να υφίστανται – και μάλιστα δριμεία όσον αφορά θέματα υγείας, ασφάλειας, και ποιότητας ζωής. Σε οποιαδήποτε περίπτωση υποβολής ΜΕΕΠ για μια τέτοια λειτουργία στη συγκεκριμένη περιοχή, ανεξαρτήτως εάν καθορίζεται ή όχι από τη νομοθεσία ή εάν προωθείται ως επικείμενη τροποποίηση, θα ερχόταν σε σύγκρουση με βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται σε τέτοιου είδους μελέτες, π.χ.  ενός γενικότερου πολεοδομικού σχεδιασμού και του βεβαρημένου ιστορικού της περιοχής. 

Tο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναγνωρίσει ότι στο Δικαίωμα Σεβασμού της Ιδιωτικής και Οικογενειακής Ζωής που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, περιλαμβάνεται και το Δικαίωμα Διαβίωσης σε ένα Ασφαλές και Υγιές Περιβάλλον. Για αυτό ακριβώς το λόγο, για παράδειγμα, έχει επιδικάσει αποζημιώσεις κατά της Ιταλίας και Ισπανίας, επειδή, επέτρεψαν τη λειτουργία ρυπογόνων βιομηχανιών κοντά σε οικιστικές περιοχές.

Την περασμένη βδομάδα το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο στις Η.Π.Α. δικαίωσε το περιβαλλοντικό κίνημα κατά της κατασκευής ενός αγωγού πετρελαίου. Συγκεκριμένα ο Ομοσπονδιακός Δικαστής διέταξε να κλείσει ο αγωγός εώς τις 5 Αυγούστου 2020. Η δικαστική απόφαση σηματοδοτεί την πρώτη φορά που ένας σημαντικός, εν-λειτουργία αγωγός πετρελαίου θα κλείσει, επειδή παραβιάζει το νόμο για την προστασία του περιβάλλοντος. Ο αγωγός διασχίζει τέσσερις πολιτείες με τους Ινδιάνους στον προστατευόμενο οικισμό του Standing Rock να εκφράζουν δυναμικά την ανησυχία τους για μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα.

Στην Κύπρο είναι ίσως η πρώτη φορά που η πολιτεία καλείται τόσο επιτακτικά, στη βάση ισχυρών δεδομένων, να πάρει αποφάσεις που να προτάσσουν  την ποιότητα ζωής και περιβάλλοντος έναντι βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Η διόρθωση των στρεβλώσεων και των αναχρονιστικών πρακτικών του παρελθόντος απαιτεί στόχευση στην ουσία. Απαιτείται άμεση και ξεκάθαρη παρέμβαση που να απεγκλωβίζει το δικαίωμα των κατοίκων στην άμεση πρόσβαση σε υγιές περιβάλλον και ποιότητα ζωής από την «ομίχλη» των όποιων χαλαρών νομοθετικών πλαισίων ή συγκρουόμενων οικονομικών συμφερόντων. Απαιτείται χθες. Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε, ιδού η Ρόδος…

* Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στη Μηχανική Περιβάλλοντος, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος, Πολυτεχνική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κύπρου.